Και πολύ μακριά, μόλις ο Φρόντο φόρεσε το Δαχτυλίδι διεκδικώντας το για τον εαυτό του, ακόμα και στις Σάμαθ Νάουρ στην καρδιά του βασιλείου του, η Δύναμη που βρισκόταν στο Μπαράντ-ντουρ συγκλονίστηκε και ο Πύργος κλονίστηκε από τα θεμέλιά του ως την περήφανη σκληρή κορυφή του. Ο Σκοτεινός Άρχοντας ξαφνικά τον πήρε είδηση και το Μάτι του τρυπώντας όλους τους ίσκιους πέρασε την πεδιάδα κι έφτασε στην πόρτα που είχε ο ίδιος φτιάξει· και το μέγεθος της ανοησίας του ξεσκεπάστηκε με μια εκτυφλωτική αστραπή και όλα τα τεχνάσματα των εχθρών του ξεσκεπάστηκαν επιτέλους. Τότε ο θυμός του άναψε και κόρωσε, αλλά ο φόβος του απλώθηκε σαν τεράστιος μαύρος καπνός να τον πνίξει. Γιατί καταλάβαινε το θανάσιμο κίνδυνο που διέτρεχε και την κλωστή απ’ όπου τώρα κρεμόταν η μοίρα του.
Από όλα τα τεχνάσματα και τα δίχτυα του φόβου και της προδοσίας, από όλα του τα στρατηγικά σχέδια και τους πολέμους τώρα ο νους του απελευθερώθηκε μ’ ένα τίναγμα· και απ’ άκρη σ’ άκρη τρεμούλιασε το βασίλειό του, οι σκλάβοι του ζάρωσαν από το φόβο, οι στρατιές του σταμάτησαν και οι καπεταναίοι του, χωρίς καθοδήγηση, χωρίς θέληση, ταλαντεύτηκαν κι απελπίστηκαν. Γιατί τους είχε ξεχάσει. Όλος ο νους κι ο σκοπός της Δύναμης που τους οδηγούσε ήταν τώρα στραμμένος με όλη του τη δύναμη καταπάνω στο Βουνό. Στο κάλεσμά του, αλλάζοντας πορεία με μια διαπεραστική κραυγή, οι Νάζγκουλ, τα Δαχτυλιδοφαντάσματα, φτερουγίζοντας σαν καταιγίδα όρμησαν νότια κατά το Βουνό του Χαμού.
Ο Σαμ σηκώθηκε, Ήταν ζαλισμένος και απ’ το κεφάλι του έτρεχε αίμα που έσταζε μέσα στα μάτια του. Προχώρησε ψαχουλευτά και ύστερα είδε ένα παράξενο και φοβερό πράγμα. Στην άκρη της αβύσσου το Γκόλουμ πάλευε σαν τρελό μ’ έναν αόρατο εχθρό. Ταλαντευόταν πότε μπρος και πότε πίσω, πότε τόσο κοντά στην άκρη, ώστε κινδύνευε να πέσει μέσα, και πότε τραβιόταν προς τα πίσω, έπεφτε καταγής, σηκωνόταν κι έπεφτε ξανά. Κι όλη την ώρα σφύριζε σαν φίδι δίχως να λέει λόγια.
Οι φωτιές στα βάθη ξύπνησαν θυμωμένες και το κόκκινο φως λαμπάδιασε και όλη η σπηλιά γέμισε από μεγάλες φλόγες και ζέστη. Ξαφνικά ο Σαμ είδε τα μακριά χέρια του Γκόλουμ μ’ ανεβαίνουν στο στόμα του· τα άσπρα σουβλερά του δόντια γυάλισαν και ύστερα έκλεισαν με θόρυβο καθώς δάγκασαν. Ο Φρόντο έβγαλε μια φωνή και... να τος, πεσμένος στα γόνατα στην άκρη του χάσματος. Το Γκόλουμ όμως, χορεύοντας σαν τρελό, κρατούσε ψηλά το δαχτυλίδι, μ’ ένα δάχτυλο περασμένο ακόμα μέσα του. Τώρα έλαμπε λες κι ήταν αληθινά φτιαγμένο από ζωντανή φωτιά.
– Πολύτιμο, πολύτιμο, πολύτιμο! φώναζε το Γκόλουμ. Πολύτιμό μου!
Και λέγοντας αυτά, καθώς είχε σηκώσει τα μάτια για να απολαύσει το απόκτημά του, πάτησε πιο πέρα, έχασε την ισορροπία του, ταλαντεύτηκε για μια στιγμή στην άκρη κι ύστερα, μ’ ένα ουρλιαχτό, έπεσε. Από τα βάθη ακούστηκε η τελευταία του θρηνητική κραυγή Πολύτιμο και χάθηκε.
Ακούστηκε ένα μουγκρητό και θόρυβος πολύς. Οι φωτιές πήδησαν κι έγλειψαν την οροφή. Το βουητό δυνάμωσε κι έγινε μεγάλη αναταραχή και το Βουνό ταράχτηκε. Ο Σαμ έτρεξε στο Φρόντο, τον σήκωσε στα χέρια και τον έβγαλε έξω στην πόρτα. Κι εκεί στο σκοτεινό κατώφλι των Σάμαθ Νάουρ, ψηλά πάνω από τις πεδιάδες της Μόρντορ, τέτοιος θαυμασμός και τρόμος τον κυρίεψε που στάθηκε ακίνητος, ξεχνώτας όλα τ’ άλλα και κοίταζε λες κι είχε πετρώσει.
Είδε ένα σύντομο όραμα από σύννεφα που στροβιλίζονταν και στη μέση πύργους και πολεμίστρες, ψηλούς σαν τα βουνά, θεμελιωμένους σ’ ένα πανίσχυρο θρόνο του βουνού πάνω από απύθμενα βάθη· μεγάλες αυλές και μπουντρούμια, ανήλιαγες φυλακές σ’ απόκρημνους γκρεμούς και πύλες μ’ ανοιχτά στόματα όλο ατσάλι και πέτρα σκληρή -και όλα χάθηκαν. Οι πύργοι έπεσαν και τα βουνά κατρακύλησαν τα τείχη κομματιάστηκαν, έλιωσαν και σωριάστηκαν με θόρυβο κάτω· τεράστιοι περιστρεφόμενοι καπνοί και πίδακες ατμού εκτοξεύτηκαν ψηλά, πιο ψηλά, ώσπου γύρισαν σαν το μεγάλο κύμα και η αγριεμένη του κορυφή τυλίχτηκε κι έπεσε αφρίζοντας πάνω στη γη. Κι ύστερα, τέλος, σ’ όλον το χώρο ανάμεσα ακούστηκε ένα μπουμπουνητό, που όλο και δυνάμωνε, ώσπου έγινε εκκωφαντικός κρότος και βρυχηθμός· η γη σειόταν, ο κάμπος αναταραζόταν κι έσκαζε και το Όροντρούιν τρέκλιζε. Η σκισμένη του κορυφή ξερνούσε φωτιά. Οι ουρανοί ξέσπασαν σε μπουμπουνητά που τα ’σκιζαν αστροπελέκια. Και μια μαύρη καταρρακτώδης βροχή έπεφτε μαστιγώνοντας κάτω τη γη. Και στην καρδιά της καταιγίδας, μ’ ένα ουρλιαχτό που διαπερνούσε όλους τους άλλους ήχους, σκίζοντας τα σύννεφα απ’ άκρη σ’ άκρη, έρχονταν οι Νάζγκουλ, πετώντας σαν φλεγόμενοι κεραυνοί, αλλά παγιδεύτηκαν στον πύρινο αφανισμό των βουνών και του ουρανού και πήραν φωτιά τσιρίζοντας, ζάρωσαν και χάθηκαν.