Выбрать главу

– Λοιπόν, να το τό τέλος, Σαμ Γκάμγκη, είπε μια φωνή πλάι του. Κι εκεί ήταν ο Φρόντο, χλωμός και κατακουρασμένος, στα σύγκαλά του όμως· και στο βλέμμα του είχε γαλήνη τώρα, χωρίς την ένταση της θέλησής του, ή τρέλα ή κανένα φόβο. Το βαρύ φορτίο είχε φύγει. Εδώ τώρα βρισκόταν ο αγαπημένος κύριος των ωραίων ημερών του Σάιρ.

– Κύριε! φώναξε ο Σαμ κι έπεσε στα γόνατα.

Σ’ όλον εκείνον το χαλασμό του κόσμου εκείνη την ώρα ένιωθε μόνο χαρά, μεγάλη χαρά. Το φορτίο έφυγε. Ο κύριός του σώθηκε· είχε ξαναβρεί τον εαυτό του, ήταν ελεύθερος. Και τότε ο Σαμ είδε το σακατεμένο χέρι που αιμορραγούσε.

– Το καημένο σου το χέρι! είπε. Και δεν έχω τίποτα να σου το δέσω και να το ανακουφίσω. Θα προτιμούσα να του χαλάλιζα ολόκληρο ένα δικό μου. Πάει όμως τώρα, πάει χωρίς επιστροφή, πάει για πάντα.

– Ναι, είπε ο Φρόντο. Αλλά θυμάσαι τα λόγια του Γκάνταλφ: Ακόμα και το Γκόλουμ μπορεί να έχει ακόμα κάτι να κάνει; Αν δεν ήταν αυτό, Σαμ, εγώ δε θα είχα καταφέρει να καταστρέψω το Δαχτυλίδι. Η Αποστολή θα πήγαινε χαμένη, στο τέλος τέλος μάλιστα. Γι’ αυτό ας το συγχωρέσουμε! Γιατί η Αποστολή πέτυχε και όλα τελείωσαν τώρα. Χαίρομαι που είσαι εδώ μαζί μου. Εδώ που τελειώνουν όλα, Σαμ.

IV

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΚΟΡΜΑΛΕΝ

Παντού στους γύρω λόφους οι στρατιές της Μόρντορ λυσσομανούσαν. Οι Καπεταναίοι της Δύσης πνίγονταν στη φουσκοθαλασσιά. Ο ήλιος γυάλιζε κόκκινος και κάτω από τα φτερά των Νάζγκουλ οι σκιές του θανάτου έπεφταν σκοτεινές πάνω στη γη. Ο Άραγκορν στεκόταν πλάι στη σημαία του, σιωπηλός και αυστηρός, σαν κάποιος χαμένος στη σκέψη πραγμάτων πολύ περασμένων και μακρινών τα μάτια του όμως γυάλιζαν σαν αστέρια που λάμπουν όλο και περισσότερο καθώς βαθαίνει η νύχτα. Στη λοφοκορφή στεκόταν ο Γκάνταλφ και ήταν λευκός και παγωμένος και καμιά σκιά δεν έπεφτε πάνω του. Η έφοδος της Μόρντορ ξέσπασε σαν κύμα στους περικυκλωμένους λόφους, με φωνές να μουγκρίζουν σαν παλίρροια ανάμεσα στο χαλασμό και στην κλαγγή των όπλων.

Και, λες και τα μάτια του να είδαν κάποιο όραμα, ο Γκάνταλφ αναδεύτηκε· και γύρισε και κοίταξε πίσω βορινά που ο ουρανός ήταν χλωμός και καθαρός. Ύστερα σήκωσε τα χέρια του ψηλά και φώναξε με δυνατή φωνή που αντήχησε πάνω απ’ τη χλαλοή: Οι Αετοί έρχονται! Και πολλές φωνές απάντησαν φωνάζοντας: Οι Αετοί έρχονται! Οι Αετοί έρχονται! Οι στρατιές της Μόρντορ κοίταξαν ψηλά κι αναρωτήθηκαν τι να σημαίνει αυτό το σημάδι.

Και ήρθαν ο Γκουάιχιρ ο Άρχοντας των Ανέμων και ο Λαντρόβαλ ο αδελφός του, οι μεγαλύτεροι από όλους τους Αετούς του Βορρά, οι πιο ισχυροί από τους απογόνους του γερο-Θορόντορ, που έφτιαξε τις αετοφωλιές του στις απάτητες κορυφές των Κυκλικών Βουνών, όταν η Μέση-γη ήταν καινούρια. Πίσω τους, σχηματίζοντας μακριές γρήγορες γραμμές, ακολουθούσαν όλοι τους οι υπήκοοι από τα βορινά βουνά, ταξιδεύοντας με γρήγορο άνεμο. Ίσια καταπάνω στους Νάζγκουλ έπεσαν, χαμηλώνοντας ξαφνικά από ψηλά και ο αέρας απ’ τις μεγάλες φτερούγες τους καθώς περνούσαν έμοιαζε θύελλα.

Οι Νάζγκουλ όμως γύρισαν κι έφυγαν και χάθηκαν στους ίσκιους της Μόρντορ, γιατί άκουσαν ένα ξαφνικό τρομερό κάλεσμα από το Μαύρο Πύργο· και την ίδια στιγμή όλοι οι στρατοί της Μόρντορ αναρρίγησαν, αμφιβολία έσφιξε τις καρδιές τους, τα γέλια τους κόπηκαν, τα χέρια τους άρχισαν να τρέμουν και λύθηκαν οι αρμοί τους. Η Δύναμη που τους οιστρηλατούσε και τους γέμιζε μίσος και λύσσα κλονιζόταν και η θέλησή της απομακρύνθηκε από πάνω τους· και τώρα όταν κοίταξαν τα μάτια των εχθρών τους. είδαν ένα φως θανατερό και φοβήθηκαν.

Τότε όλοι οι Καπεταναίοι της Δύσης φώναξαν δυνατά, γιατί οι καρδιές τους γέμισαν με καινούρια ελπίδα μέσα στη σκοτεινιά. Από τους πολιορκημένους λόφους οι ιππότες της Γκόντορ, οι Καβαλάρηδες του Ρόαν, οι Ντούνεντεν του Βορρά, οι πυκνές φάλαγγες, έπεσαν πάνω στους δειλιασμένους εχθρούς τους, διασπώντας το μέτωπό τους με τα άγρια δόρατά τους. Ο Γκάνταλφ όμως σήκωσε ψηλά τα χέρια του και φώναξε γι’ άλλη μία φορά με καθαρή φωνή:

– Σταθείτε, Άντρες της Δύσης! Σταθείτε. περιμένετε! Αυτή εδώ είναι η ώρα του πεπρωμένου.

Κι ενώ μιλούσε ακόμα η γη κλονίστηκε κάτω από τα πόδια τους. Και ύστερα ανεβαίνοντας γρήγορα ψηλά, ψηλότερα από τους Πύργους της Μαύρης Πύλης, ψηλότερα από τα βουνά, μια τεράστια ιπτάμενη σκοτεινιά πετάχτηκε στον ουρανό, τρεμοσβήνοντας όλο φωτιά. Η γη βόγκησε και σείστηκε. Οι Πύργοι των Δοντιών ταλαντεύτηκαν, έχασαν την ισορροπία τους και σωριάστηκαν καταγής· το πανίσχυρο τείχος κομματιάστηκε· η Μαύρη Πύλη τινάχτηκε χίλια κομμάτια· και από μακριά, στην αρχή αμυδρό, ύστερα πιο δυνατό και τώρα φτάνοντας ως τα σύννεφα, ακούστηκε ένα υπόκωφο μπουμπουνητό, ένα μούγκρισμα, μια μακρόσυρτη φωνή της καταστροφής.