– Η βασιλεία του Σόρον τελείωσε! είπε ο Γκάνταλφ. Ο Δαχτυλιδοκουβαλητής εξετέλεσε την Αποστολή του.
Και καθώς οι Καπεταναίοι κοιτούσαν νότια κατά τη Γη της Μόρντορ, τους φάνηκε πως, μαύρη στο σάβανο της συννεφιάς, σηκώθηκε μια γιγάντια σκιερή μορφή, αδιαπέραστη, αστραποστεφανωμένη, που γέμισε όλον τον ουρανό. Θεόρατη σηκώθηκε πάνω από τον κόσμο κι άπλωσε προς το μέρος τους ένα τεράστιο απειλητικό χέρι, τρομερό αλλά αδύναμο – γιατί εκεί που έγερνε καταπάνω τους, ένας δυνατός αέρας το πήρε και τη φύσηξε όλη μακριά και χάθηκε· και ύστερα απλώθηκε σιωπή.
Οι Καπεταναίοι έσκυψαν τα κεφάλια τους· κι όταν τα σήκωσαν πάλι, να! οι εχθροί τους είχαν τραπεί σε φυγή και η δύναμη της Μόρντορ σκορπιζόταν σαν σκόνη στον άνεμο. Και όπως όταν ο θάνατος χτυπήσει το παραφουσκωμένο πλάσμα που γεννοβολάει και κατοικεί στη φωλιά τους και τα έχει όλα κάτω από την εξουσία του, τα μερμήγκια πλανιούνται δίχως νου και σκοπό και ύστερα πεθαίνουν αδύναμα, έτσι και τα πλάσματα του Σόρον, οι ορκ και οι γίγαντες και τα μαγεμένα ζώα, έτρεχαν πέρα δώθε παραλογισμένοι· και άλλοι αυτοκτόνησαν ή γκρεμίστηκαν σε βαθιά χαντάκια ή το έβαλαν στα πόδια για να κρυφτούν σε λαγούμια και σκοτεινά ανήλιαγα μέρη χωρίς ελπίδα. Αλλά οι Άντρες του Ρουν και του Χαράντ, Ανατολίτες και Νότιοι, είδαν τον πόλεμό τους να χάνεται και είδαν το μεγαλείο και τη δόξα των Καπεταναίων της Δύσης. Και όσοι ήταν πιο βαθιά και για περισσότερο καιρό στην υπηρεσία του κακού, που μισούσαν τη Δύση, που ήταν όμως άντρες περήφανοι και γενναίοι, με τη σειρά τους τώρα συσπειρώθηκαν για την τελευταία αντίσταση σε μια απελπισμένη μάχη. Οι περισσότεροι όμως τράπηκαν σε άτακτη φυγή· και μερικοί πέταξαν τα όπλα και ζητούσαν έλεος.
Τότε ο Γκάνταλφ, αφήνοντας όλες τις υποθέσεις της μάχης και της διοίκησης στον Άραγκορν και στους άλλους αρχηγούς, στάθηκε στην κορυφή του λόφου και φώναξε· και κατέβηκε κοντά του ο μεγάλος αετός, ο Γκουάιχιρ ο Άρχοντας των Ανέμων, και στάθηκε μπροστά του.
– Δυο φορές με έχεις μεταφέρει, φίλε μου είπε ο Γκουάιχιρ. Γκάνταλφ. Η τρίτη θα τις ξεπληρώσει όλες, αν θέλεις. Δε θα με βρεις βαρύτερο από ό,τι ήμουν τότε που με κουβάλησες απ’ τη Ζιράκ-ζιγκίλ, όταν κάηκε η παλιά μου ζωή.
– Θα σε πάρω, απάντησε ο Γκουάιχιρ, να σε πάω όπου κι αν θελήσεις, ακόμα κι αν ήσουν φτιαγμένος από πέτρα,
– Τότε, έλα και πες στον αδελφό σου να έρθει μαζί μας και σε όποιον άλλο από τους δικούς σου είναι ο ταχύτερος. Γιατί έχουμε ανάγκη από ταχύτητα μεγαλύτερη κι απ’ του ανέμου, που να ξεπερνάει τα φτερά των Νάζγκουλ,
– Φυσάει Βοριάς, αλλά εμείς θα τον ξεπεράσουμε, είπε ο Γκουάιχιρ.
Και σήκωσε τον Γκάνταλφ και πέταξε νότια και μαζί του πήγαν ο Λαντρόβαλ και ο Μενέλντορ, που ήταν νέοι και γρήγοροι. Και πέταξαν πάνω από το Ουντούν και το Γκόργκοροθ και είδαν όλη τη γη αφανισμένη και ταραγμένη κάτω και μπροστά τους το Βουνό του Χαμού να φλέγεται και να ξεχύνει τη φωτιά του.
– Χαίρομαι που είσαι εδώ μαζί μου, είπε ο Φρόντο. Εδώ που τελειώνουν όλα, Σαμ.
– Ναι, είμαι μαζί σου, Κύριε, είπε ο Σαμ, ακουμπώντας το πληγωμένο χέρι του Φρόντο απαλά στο στήθος του. Κι εσύ είσαι μαζί μου, Και το ταξίδι τέλειωσε. Αλλά ύστερα από τόσο δρόμο που κάναμε δε θέλω να το βάλω κάτω ακόμα. Κάπως δε μου πάει, αν με καταλαβαίνεις.
– Μπορεί και όχι, Σαμ, είπε ο Φρόντο· αλλά έτσι συμβαίνει στον κόσμο. Οι ελπίδες διαψεύδονται. Έρχεται τέλος. Τώρα λίγη ώρα μένει να περιμένουμε. Είμαστε χαμένοι μέσα στο χαλασμό και στην πτώση και δεν υπάρχει διαφυγή.
– Πάντως, Κύριε, μπορούμε τουλάχιστο να πάμε πιο πέρα απ’ αυτό εδώ το επικίνδυνο μέρος, απ’ αυτή τη Σχισμή του Χαμού, αν τη λένε έτσι. Τι λες, δεν μπορούμε;
– Πολύ καλά, Σαμ. Αν θέλεις να πας, θά ’ρθω, είπε ο Φρόντο.
Και σηκώθηκαν και πήραν αργά το δρόμο που κατηφόριζε όλο στροφές· και μόλις έφυγαν πηγαίνοντας για τους πρόποδες του Βουνού που έτρεμαν, πολύς καπνός και ατμοί ξεχύθηκαν από τις Σάμαθ Νάουρ και η πλευρά του κώνου σχίστηκε στα δύο και ένας τεράστιος πύρινος όγκος λάβας ξεχύθηκε κι έπεσε σαν αργός καταρράκτης βουίζοντας στην ανατολική πλευρά του Βουνού.
Ο Φρόντο και ο Σαμ δεν μπορούσαν να προχωρήσουν πιο κάτω. Η τελευταία δύναμη του μυαλού και του κορμιού τους γρήγορα υποχωρούσε. Είχαν φτάσει σε ένα χαμηλό λόφο από στάχτη σωριασμένο στους πρόποδες του Βουνού· αλλά από κει δεν υπήρχε διαφυγή πια. Τώρα είχε γίνει νησί, που δε θα άντεχε για πολύ στις οδύνες του Όροντρούιν. Παντού ολόγυρά του η γη έχαινε και από βαθιές ρωγμές και χαντάκια ξεπηδούσαν καπνός και αναθυμιάσεις. Πίσω τους το Βουνό σφάδαζε. Μεγάλες σχισμές άνοιξαν στις πλαγιές του. Ποτάμια από φωτιά αργοκυλούσαν στις πλαγιές κατεβαίνοντας προς το μέρος τους. Σε λίγο θα τους περικύκλωναν. Καυτή στάχτη έπεφτε βροχή.