Τώρα στάθηκαν και ο Σαμ, εξακολουθώντας να κρατά το χέρι του κυρίου του, το χάιδεψε. Αναστέναξε.
– Βρεθήκαμε σε ιστορία, κύριε Φρόντο, και τι ιστορία, ε; είπε. Πόσο θα ’θελα ν’ ακούσω να τη λένε! Τι λες, θα λένε: Και τώρα ακούστε την ιστορία του Εννιαδάχτυλου Φρόντο και τον Μοιραίου Δαχτυλιδιού; Και τότε όλοι θα κάνουν ησυχία, όπως κι εμείς, όταν στο Σκιστό Λαγκάδι μάς έλεγαν την ιστορία του Μονόχειρα Μπέρεν και του Μεγάλου Πετραδιού. Πόσο θα ’θελα να την άκουγα! Και πώς θα συνεχίσει άραγε ύστερα από μας;
Αλλά όσο μιλούσε έτσι, για να κρατάει το φόβο μακριά ως το τέλος, τα μάτια του δεν έπαυαν να γυρίζουν στο βοριά, στο βοριά από κει που ερχόταν ο αέρας, εκεί που ο ουρανός μακριά ήταν καθαρός, καθώς η παγωμένη του πνοή, που δυνάμωνε σε θύελλα, έδιωχνε τα σκοτάδια και τα απομεινάρια της συννεφιάς.
Κι έτσι ήταν που ο Γκουάιχιρ τους είδε με τα κοφτερά του μάτια, που έβλεπαν μακριά, καθώς κατέβηκε με τον άγριο άνεμο και, αψηφώντας το μεγάλο κίνδυνο των ουρανών, έκανε κύκλους στον αέρα -δυο μικρές σκοτεινές μορφές, έρημες, πιασμένες χέρι χέρι πάνω σ’ ένα μικρό λόφο, ενώ ο κόσμος σειόταν κάτω από τα πόδια τους και άσθμαινε και τα ποτάμια της φωτιάς πλησίαζαν. Και την ώρα που τους είδε και όρμησε κάτω, τους είδε να πέφτουν, κατάκοποι ή πνιγμένοι από τις αναθυμιάσεις ή νικημένοι τέλος από την απελπισία, σκεπάζοντας τα μάτια για να μην αντικρίσουν το θάνατο.
Ήταν πεσμένοι πλάι πλάι· και κατέβηκε ο Γκουάιχιρ και κατέβηκαν ο Λαντρόβαλ και ο Μενέλντορ ο ταχύς· και σαν σε όνειρο, χωρίς να ξέρουν τι τους είχε βρει, οι ταξιδιώτες βρέθηκαν να τους σηκώνουν ψηλά και να τους παίρνουν μακριά από το σκοτάδι και τη φωτιά.
Όταν ο Σαμ ξύπνησε, κατάλαβε πως ήταν ξαπλωμένος σε κάποιο μαλακό κρεβάτι, από πάνω του όμως λικνίζονταν απαλά πλατιά κλαδιά σημύδας κι ανάμεσα απ’ τα καινούρια φυλλώματά τους γυάλιζε το φως του ήλιου πράσινο και χρυσό. Η ατμόσφαιρα όλη ήταν γεμάτη από ένα γλυκό άρωμα.
Τη θυμήθηκε κείνη τη μυρωδιά – το άρωμα του Ιθίλιεν.
«Μπράβο μου! αναλογίστηκε. Πόσες ώρες να κοιμήθηκα;»
Γιατί η μυρωδιά τον είχε πάει πίσω στη μέρα τότε που είχε ανάψει τη μικρή του φωτιά στην ηλιόλουστη πλαγιά· και για την ώρα όλα όσα είχαν συμβεί ενδιάμεσα ήταν λησμονημένα. Τεντώθηκε και πήρε μια βαθιά αναπνοή.
– Μπα, κι έβλεπα ένα όνειρο! μουρμούρισε. Χαίρομαι που ξύπνησα! Ανακάθισε και τότε είδε πως ο Φρόντο βρισκόταν ξαπλωμένος πλάι του και κοιμόταν ειρηνικά, με το ένα χέρι πίσω από το κεφάλι του και το άλλο απλωμένο πάνω στο σκέπασμα. Ήταν το δεξί χέρι και το τρίτο δάχτυλο έλειπε. Η μνήμη του ξαναγύρισε ακέραια και ο Σαμ φώναξε δυνατά:
– Δεν ήταν όνειρο! Τότε πού βρισκόμαστε; Και μια φωνή ακούστηκε απαλά πίσω του:
– Στη γη του Ιθίλιεν και κάτω από την επίβλεψη του Βασιλιά, που σας περιμένει.
Και μ’ αυτά τα λόγια ο Γκάνταλφ στάθηκε μπροστά του, ντυμένος στα άσπρα, με τη γενειάδα του τώρα να γυαλίζει σαν καθαρό χιόνι στο παιγνίδισμα του ήλιου μες στις φυλλωσιές.
– Λοιπόν, Κύριε Σάμγουάιζ, πώς αισθάνεσαι; είπε.
Αλλά ο Σαμ ξάπλωσε πίσω και κοίταζε με το στόμα ορθάνοιχτο και, για μια στιγμή, ανάμεσα στη σαστιμάρα του και στη μεγάλη του χαρά, δεν μπορούσε ν’ απαντήσει.
Τέλος, είπε με κομμένη ανάσα:
– Γκάνταλφ! Σε νόμιζα πεθαμένο! Βέβαια, εδώ που τα λέμε, νόμιζα πως ήμουν κι εγώ πεθαμένος. Μήπως όλα τα λυπητερά πράγματα θα βγουν ψέματα; Τι έγινε στον κόσμο;
– Ένας μεγάλος Ίσκιος έφυγε, είπε ο Γκάνταλφ και ύστερα γέλασε και το γέλιο του έμοιαζε σαν μουσική ή σαν νερό στη διψασμένη γη· και, όπως άκουγε, ήρθε στο Σαμ η σκέψη πως είχε ν’ ακούσει γέλιο, τον καθαρό ήχο της χαράς, μέρες και μέρες αμέτρητες.
Κι έφτασε στ’ αυτιά του σαν τον απόηχο κάθε χαράς που είχε νιώσει. Εκείνος όμως ξέσπασε σε δάκρυα. Ύστερα, όπως μια καλή βροχή φεύγει στ’ ανοιξιάτικο αγέρι και ο ήλιος λάμπει λαμπρότερος, τα δάκρυά του σταμάτησαν και το γέλιο του ανάβλυσε και πετάχτηκε απ’ το κρεβάτι του γελώντας.
– Πώς αισθάνομαι; φώναξε. Να, δεν ξέρω πώς να το πω. Νιώθω, νιώθω – ανέμισε τα χέρια του – νιώθω σαν την άνοιξη μετά από το χειμώνα, σαν τον ήλιο στις φυλλωσιές· σαν τρομπέτες και άρπες κι όλα τα τραγούδια όσα έχω ακούσει! – σταμάτησε και γύρισε κατά τον κύριό του. Αλλά πώς είναι ο κύριος Φρόντο; είπε. Κρίμα δεν είναι το καημένο του το χέρι; Πάντως ελπίζω κατά τα άλλα να είναι εντάξει. Πέρασε σκληρές ώρες.
– Ναι, κατά τα άλλα είμαι εντάξει, είπε ο Φρόντο, και ανακάθισε γελώντας με τη σειρά του. Με πήρε ο ύπνος πάλι ενώ σε περίμενα, Σαμ, υπναρά μου. Εγώ ξύπνησα νωρίς το πρωί και τώρα θα κοντεύει μεσημέρι.