Выбрать главу

Και τότε, μπροστά στον κατάπληκτο και σαστισμένο Σαμ, υποκλίθηκε λυγίζοντας το γόνατο μπροστά τους και, παίρνοντάς τους από το χέρι, το Φρόντο στα δεξιά του και το Σαμ αριστερά, τους οδήγησε στο θρόνο και, καθίζοντάς τους εκεί, στράφηκε στους άντρες και στους καπεταναίους που στέκονταν εκεί και μίλησε έτσι, που η φωνή του αντήχησε σ’ όλο το στράτευμα, λέγοντας:

– Ζήτω σ’ αυτούς! Ένα μεγάλο ζήτω!

Και όταν η χαρούμενη κραυγή υψώθηκε και έσβησε, προς μεγάλη και τελική ικανοποίηση του Σαμ και τέλεια χαρά, βγήκε μπροστά ένας τροβαδούρος της Γκόντορ, γονάτισε και ζήτησε άδεια να ψάλλει. Και να τι είπε:

– Λοιπόν, άρχοντες και ιππότες κι άντρες γενναίοι που δεν έχετε ντροπιαστεί, βασιλιάδες και πρίγκιπες και όμορφε λαέ της Γκόντορ,

Καβαλάρηδες του Ρόαν κι εσείς γιοι του Έλροντ και Ντούνεντεν του Βορρά, Ξωτικό και Νάνε και οι μεγαλόκαρδοι του Σάιρ κι όλοι οι ελεύθεροι λαοί της Δύσης, ακούστε τώρα το τραγούδι μου. Γιατί θα σας πω για το Φρόντο τον Εννιαδάχτυλο και το Μοιραίο Δαχτυλίδι.

Και όταν ο Σαμ το άκουσε αυτό, από την πολλή του χαρά γέλασε δυνατά, σηκώθηκε όρθιος και φώναξε:

– Τι δόξα μεγάλη και μεγαλείο! Όλες μου οι επιθυμίες πραγματοποιήθηκαν!

Κι ύστερα έβαλε τα κλάματα.

Και όλος ο στρατός γελούσε κι έκλαιγε και μέσα στη χαρά και στα δάκρυά τους η καθάρια φωνή του τροβαδούρου υψώθηκε ασημένια και χρυσή και όλοι οι άντρες σώπασαν. Και τους τραγούδησε, πότε στη γλώσσα των Ξωτικών και πότε στη γλώσσα της Δύσης, ώσπου οι καρδιές τους, λαβωμένες με τις γλυκές λέξεις, ξεχείλισαν και η χαρά τους κοφτερή σαν σπαθιά και με τη σκέψη πέρασαν σε τόπους που ο πόνος και η χαρά τρέχουν μαζί και τα δάκρυα είναι το κρασί της ευλογίας.

Και τέλος, την ώρα που ο Ήλιος πέρασε το μεσημέρι και οι σκιές των δέντρων μάκραιναν, τελείωσε.

– Ζήτω σ’ αυτούς! Ένα μεγάλο ζήτω! είπε και γονάτισε.

Και τότε ο Άραγκορν σηκώθηκε όρθιος και όλος ο στρατός σηκώθηκε και πήγαν σε αντίσκηνα που είχαν ετοιμαστεί για να φάνε, να πιουν και να διασκεδάσουν την υπόλοιπη μέρα.

Το Φρόντο και το Σαμ τους πήραν ξεχωριστά σε μια σκηνή και εκεί τους έβγαλαν τα παλιά τους ρούχα, που τα δίπλωσαν και τα φύλαξαν με κάθε τιμή και τους έδωσαν καθαρά ρούχα. Ύστερα ήρθε ο Γκάνταλφ και στα χέρια του, για μεγάλη έκπληξη του Φρόντο, κρατούσε το σπαθί και τον ξωτικομανδύα και τον αλυσιδωτό θώρακα από μίθριλ, που του τα είχαν πάρει στη Μόρντορ. Για το Σαμ είχε φέρει έναν επιχρυσωμένο αλυσιδωτό θώρακα και τον ξωτικομανδύα του απαλλαγμένο από όλους τους λεκέδες και τα σκισίματα που είχε υποστεί· και ύστερα έβαλε μπροστά τους δύο σπαθιά.

– Εγώ δε θέλω σπαθί καθόλου, είπε ο Φρόντο.

– Τουλάχιστο γι’ απόψε πρέπει να φορέσεις, είπε ο Γκάνταλφ. Τότε ο Φρόντο πήρε ένα μικρό σπαθάκι που είχε ο Σαμ και του το είχε βάλει στο πλευρό του στην Κίριθ Ούνγκολ.

– Το Κεντρί σού το έχω χαρίσει, Σαμ, είπε.

– Όχι, κύριε! Ο κύριος Μπίλμπο σ’ εσένα το έδωσε και πάει και με τον ασημένιο αλυσιδωτό θώρακα· δε θα ’θελε να το φοράει κανένας άλλος τώρα.

Ο Φρόντο υποχώρησε· και ο Γκάνταλφ, λες και ήταν ο υποτακτικός τους, γονάτισε και έσφιξε τις ζώνες των σπαθιών τους στη μέση τους και ύστερα σηκώθηκε κι έβαλε ασημένια στεφάνια στα κεφάλια τους. Και όταν στολίστηκαν πήγαν στο μεγάλο τραπέζι· και κάθισαν στο τραπέζι του Βασιλιά μαζί με τον Γκάνταλφ, το Βασιλιά Έομερ του Ρόαν, τον Πρίγκιπα Ιμραχίλ και όλους τους ανώτερους αξιωματικούς. Εκεί ήταν και ο Γκίμλι με το Λέγκολας.

Αλλά όταν, ύστερα από την Ορθή Σιωπή, έφεραν το κρασί, ήρθαν δύο υποτακτικοί να σερβίρουν τους βασιλιάδες· γιατί έτσι έδειχναν: ο ένας ντυμένος στα ασημομαύρα της Φρουράς της Μίνας Τίριθ και ο άλλος στα ασπροπράσινα. Ο Σαμ όμως αναρωτήθηκε τι να έκαναν άραγε αυτά τα μικρά παιδιά στο στρατό των πανίσχυρων αντρών. Και τότε ξαφνικά, καθώς πλησίασαν και μπόρεσε να τους δει καλά, φώναξε:

– Μπα, κοίτα, κύριε Φρόντο! Κοίτα δω! Μη μου πεις πως δεν είναι ο Πίπιν. Ο κύριος Πέρεγκριν Τουκ θα ’πρεπε να πω και ο κύριος Μέρι. Πώς ψήλωσαν! Μωρέ, μπράβο! Βλέπω πως υπάρχουν κι άλλες ιστορίες εκτός από τη δική μας.

– Και βέβαια, είπε ο Πίπιν, γυρίζοντας προς το μέρος του. Και θ’ αρχίσουμε να τις λέμε μόλις τελειώσει το φαγοπότι. Στο μεταξύ μπορείτε να αρχίσετε με τον Γκάνταλφ. Δεν είναι τόσο δύσκολος, όσο ήταν παλιότερα, αν και τώρα γελάει περισσότερο παρά μιλάει. Για την ώρα ο Μέρι κι εγώ έχουμε δουλειά. Είμαστε ιππότες της Πόλης και του Μαρκ, καθώς θα είδες, φαντάζομαι.

Τέλος, η χαρούμενη μέρα πέρασε· και όταν ο Ήλιος έφυγε και το στρογγυλό Φεγγάρι ταξίδευε αργά πάνω απ’ την καταχνιά του Άντουιν και τρεμόσβηνε στις φυλλωσιές που θρόιζαν, ο Φρόντο και ο Σαμ κάθισαν κάτω από τα δέντρα που ψιθύριζαν στις ευωδιές του όμορφου Ιθίλιεν και κουβέντιασαν ως αργά το βράδυ με το Μέρι και τον Πίπιν και τον Γκάνταλφ και ύστερα από λίγο ήρθαν και τους βρήκαν ο Λέγκολας και ο Γκίμλι. Εκεί ο Φρόντο και ο Σαμ έμαθαν πολλά από όσα είχαν συμβεί στην Ομάδα, από τότε που η συντροφιά τους διαλύθηκε, την κακορίζικη εκείνη μέρα στο Παρθ Γκάλεν πλάι στους Καταρράκτες του Ράουρος· και πάντα υπήρχε κάτι ακόμα να ρωτήσουν και κάτι ακόμα να πουν.