Выбрать главу

Ορκ και δέντρα που μιλούσαν, ατέλειωτο γρασίδι και καβαλάρηδες και αστραφτερές σπηλιές, άσπροι πύργοι και χρυσαφένια παλάτια, μάχες και ψηλά ταξιδιάρικα καράβια, όλ’ αυτά έκαναν παρέλαση στο μυαλό του Σαμ, ώσπου ένιωσε να σαστίζει. Αλλά μέσα σ’ όλα αυτά τα θαύματα πάντα γύριζε κατάπληκτος στο μέγεθος του Μέρι και του Πίπιν και τους έβαλε να μετρηθούν πλάτη με πλάτη με το Φρόντο και τον εαυτό του. Έξυσε το κεφάλι του.

– Δεν μπορώ να το καταλάβω στην ηλικία σας! είπε. Αλλά να το: ή είσαστε τρεις ίντσες ψηλότεροι από το κανονικό ή εγώ έγινα νάνος.

– Νάνος σίγουρα δεν είσαι, είπε ο Γκίμλι. Αλλά τι είπα εγώ; Οι θνητοί δεν μπορούν να πίνουν τα ποτά των Εντ και να νομίζουν πως δε θα πάθουν τίποτα, λες και πίνουν μπίρα.

– Ποτά των Εντ; είπε ο Σαμ. Να το, πάλι άρχισες για τους Εντ· αλλά εγώ δεν μπορώ να καταλάβω τι, στην ευχή, είναι. Δηλαδή θα χρειαστούμε εβδομάδες για να τα χωνέψουμε όλα τούτα τα πράγματα!

– Και βέβαια θα χρειαστούν εβδομάδες, είπε ο Πίπιν. Και ύστερα θα πρέπει να κλειδωθεί ο Φρόντο σ’ έναν πύργο στη Μίνας Τίριθ ψηλά και να τα γράψει όλα. Ειδαλλιώς θα ξεχάσει τα μισά και ο καημένος ο κύριος Μπίλμπο θα απογοητευτεί πάρα πολύ.

Τέλος ο Γκάνταλφ σηκώθηκε.

– Τα χέρια του Βασιλιά είναι τα χέρια της γιατρειάς, καλοί μου φίλοι, είπε. Αλλά εσείς φτάσατε ως το χείλος του θανάτου πριν σας φέρει πίσω, εξασκώντας όλη του τη δύναμη, για να σας στείλει στη γλυκιά λησμονιά του ύπνου. Και, μόλο που έχετε πραγματικά κοιμηθεί πολύ και ευλογημένα, δεν παύει όμως τώρα να είναι ώρα για να κοιμηθείτε πάλι.

– Και όχι μόνο για το Σαμ και το Φρόντο εδώ, είπε ο Γκίμλι, αλλά και για σένα, Πίπιν. Εγώ σ’ αγαπώ, ίσως εξαιτίας της ταλαιπωρίας που μου στοίχισες και που δε θα την ξεχάσω ποτέ. Ούτε και θα ξεχάσω πώς σε βρήκα στο λόφο της τελευταίας μάχης. Γιατί αν δεν ήταν ο Γκίμλι ο Νάνος, θα ’χες χαθεί τότε. Αλλά τουλάχιστον τώρα ξέρω πώς μοιάζει η πατούσα ενός χόμπιτ, μόλο που μονάχα αυτή φαινόταν κάτω από ένα σωρό σώματα. Και όταν σήκωσα εκείνο το μεγάλο κουφάρι από πάνω σου, ήμουν σίγουρος πως ήσουν νεκρός. Μου ’ρθε να μαδήσω τη γενειάδα μου. Και είναι μια μέρα μόνο από τότε που σηκώθηκες απ’ το κρεβάτι πάλι. Για ύπνο, λοιπόν, τώρα. Το ίδιο κι εγώ.

– Κι εγώ, είπε ο Λέγκολας, θα περπατήσω στα δάση του όμορφου τούτου τόπου, που είναι όση ανάπαυση χρειάζομαι. Στις μέρες που έρχονται, αν το επιτρέψει ο Βασιλιάς μας, μερικοί από το λαό μου θα μετοικήσουν εδώ· και όταν έρθουμε θα είναι ευλογημένος ο τόπος αυτός, για λίγον καιρό. Για λίγον καιρό – για ένα μήνα, μια ζωή, εκατό ανθρώπινα χρόνια. Γιατί ο Άντουιν είναι κοντά και ο Άντουιν οδηγεί στη Θάλασσα κάτω. Στη Θάλασσα!

Στη Θάλασσα, στη Θάλασσα! Φωνάζουν άσπροι γλάροι, Φυσά τ’ αγέρι δυνατά κι ο άσπρος αφρός πετιέται. Στη Δύση πέρα μακριά βουλιάζει του ήλιου ο δίσκος. Γκρίζο καράβι, ολόγκριζο, ακούς το κάλεσμά τους, Και των δικών μου τις φωνές που έχουν κιόλας φύγει; Θα φύγω, δεν ξαναγυρνώ, βαρέθηκα τα δάση· Γιατί οι μέρες μας περνούν και ο καιρός μας φεύγει. Θα ξανοιχτώ στο πέλαγο, μόνος πανιά θα κάνω. Μεγάλα κύματα χτυπούν στο Έσχατο Ακρογιάλι, Στην Ερεσέα, στη χώρα μου, π’ άνθρωπος δεν την ξέρει, Στων προπατόρων μου τη γη παντοτινά ανθισμένη!

Και τραγουδώντας έτσι ο Λέγκολας απομακρύνθηκε κατηφορίζοντας το λόφο.

Ύστερα χώρισαν και οι άλλοι με το Φρόντο και το Σαμ πήγαν στα κρεβάτια τους και κοιμήθηκαν. Και το πρωί σηκώθηκαν πάλι μ’ ελπίδα και ειρήνη· και πέρασαν πολλές μέρες στο Ιθίλιεν. Γιατί το Πεδίο του Κορμάλεν, που τώρα ήταν στρατοπεδευμένος ο στρατός, ήταν κοντά στο Χένεθ Ανούν και το ποταμάκι που κατέβαινε από τους καταρράκτες του ακουγόταν τη νύχτα καθώς κυλούσε περνώντας την πέτρινη πύλη του και διέσχιζε τα λουλουδιασμένα λιβάδια καταλήγοντας στα ρεύματα του Άντουιν πλάι στο νησί Καΐρ Άντρος. Οι χόμπιτ έκαναν περιπάτους εδώ κι εκεί, πηγαίνοντας ξανά στα μέρη που είχαν περάσει πριν και ο Σαμ πάντα έλπιζε πως σε κάποιο απόσκιο στα δάση ή σε κάποιο κρυφό ξέφωτο θα έβλεπε, ίσως, μια ματιά το μεγάλο Ολίφαντα. Και όταν έμαθε ότι στην πολιορκία της Γκόντορ είχε πολλά από αυτά τα ζώα, που όμως όλα είχαν χαθεί, το θεώρησε μεγάλη απώλεια.