Выбрать главу

– Ε, Βέβαια, δεν μπορεί κανείς να βρίσκεται ταυτόχρονα παντού, φαντάζομαι, είπε. Αλλά έχασα πολλά, κατά τα φαινόμενα.

Στο μεταξύ ο στρατός ετοιμάστηκε να γυρίσει στη Μίνας Τίριθ. Οι κουρασμένοι είχαν ξεκουραστεί και οι πληγωμένοι είχαν γίνει καλά. Γιατί μερικοί είχαν κοπιάσει και είχαν πολύ πολεμήσει με τ’ απομεινάρια των Ανατολιτών και των Νοτίων, ώσπου να υποταχτούν όλοι. Και, πιο τελευταίοι από όλους, γύρισαν εκείνοι που είχαν μπει στη Μόρντορ και είχαν καταστρέψει τα οχυρά στα βόρεια της χώρας.

Αλλά, τέλος, όταν πλησίαζε ο Μάιος, οι Καπεταναίοι της Δύσης ξεκίνησαν πάλι· και μπήκαν στα πλοία με όλους τους άντρες τους και έφυγαν από το Καΐρ Άντρος και κατέβηκαν τον Άντουιν, ως την Οσγκίλιαθ· κι εκεί έμειναν για μία μέρα· και την επομένη έφτασαν στα πράσινα λιβάδια του Πέλενορ και είδαν ξανά τους λευκούς πύργους κάτω από το ψηλό Μιντολούιν, την Πόλη των Ανθρώπων της Γκόντορ, την τελευταία ανάμνηση της Μακρινής Δύσης, που είχε περάσει μέσα απ’ το σκοτάδι και τη φωτιά σε μια καινούρια μέρα.

Και στη μέση των λιβαδιών έστησαν τα αντίσκηνά τους και περίμεναν να έρθει το πρωί· γιατί ήταν η Παραμονή του Μάη και ο Βασιλιάς θα έμπαινε από τις πύλες του με την ανατολή του Ήλιου.

V

Ο ΕΠΙΤΡΟΠΟΣ ΚΑΙ Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ

Πάνω από την πόλη της Γκόντορ απλώνονταν αμφιβολία και μεγάλος φόβος. Ο καλός καιρός και ο λαμπερός ήλιος έμοιαζαν να κοροϊδεύουν τους ανθρώπους, που οι μέρες τους είχαν λίγες ελπίδες και που περίμεναν κάθε πρωί τα μοιραία νέα. Ο άρχοντάς τους ήταν νεκρός και καμένος, νεκρός κειτόταν ο Βασιλιάς του Ρόαν στην ακρόπολή τους και ο καινούριος βασιλιάς, που τους είχε έρθει τη νύχτα, είχε φύγει ξανά για να πάει να πολεμήσει με δυνάμεις πολύ σκοτεινές και τρομερές για να τις νικήσει η δύναμη και η αντρειοσύνη του οποιουδήποτε. Και κανένα νέο δεν ερχόταν. Από τότε που ο στρατός είχε φύγει από την Κοιλάδα Μόργκουλ και είχε πάρει το βορινό δρόμο κάτω από τη σκιά των βουνών, κανένας αγγελιαφόρος δεν είχε έρθει ούτε καμιά φήμη για το τι γινόταν στην απειλητική Ανατολή.

Όταν οι Καπεταναίοι δεν είχαν φύγει παρά μόλις δυο μέρες, η Αρχόντισσα Έογουιν ζήτησε από τις γυναίκες που τη φρόντιζαν να της φέρουν ρούχα και δεν άλλαζε γνώμη με τίποτα παρά σηκώθηκε· και όταν την έντυσαν και έβαλαν το χέρι της σε ένα νάρθηκα με λινό επίδεσμο, πήγε στον Υπεύθυνο των Σπιτιών της Γιατρειάς.

– Κύριε, είπε, έχω μεγάλη ανησυχία και δεν μπορώ να κάθομαι άλλο άπρακτη.

– Αρχόντισσα, απάντησε, δεν είσαι θεραπευμένη ακόμα και έχω διαταγή να σε προσέξω ιδιαίτερα. Δεν έπρεπε να είχες σηκωθεί από το κρεβάτι σου για ένα επταήμερο ακόμα, έτσι τουλάχιστον έχω λάβει εντολή. Σε παρακαλώ να γυρίσεις πίσω.

– Έχω γίνει καλά, είπε, τουλάχιστο στο σώμα, εκτός απ’ το αριστερό μου χέρι μόνο, που κι αυτό ήσυχο είναι. Αλλά θα αρρωστήσω πάλι, αν δεν υπάρχει τίποτα που να μπορώ να κάνω. Δεν υπάρχουν νέα από τον πόλεμο; Οι γυναίκες δε μου λένε τίποτα.

– Δεν υπάρχουν νέα, είπε ο Υπεύθυνος, εκτός από το ότι οι Άρχοντες έχουν φτάσει στην Κοιλάδα Μόργκουλ· και οι άντρες λένε πως ο καινούριος καπετάνιος από το Βοριά είναι ο αρχηγός τους. Κι αυτός είναι μεγάλος άρχοντας και θεραπευτής· κι εμένα μου φαίνεται πολύ παράξενο ένα χέρι που θεραπεύει να μπορεί να δουλεύει και το σπαθί. Αυτό δε συμβαίνει πια στην Γκόντορ τώρα, αν και κάποτε έτσι ήταν, αν είναι αληθινές οι παλιές ιστορίες. Αλλά εδώ και πολλά χρόνια εμείς οι θεραπευτές προσπαθούμε μόνο να μπαλώνουμε τα σκισίματα που κάνουν οι πολεμιστές. Αν και έχουμε αρκετά να κάνουμε και χωρίς αυτούς – ο κόσμος είναι αρκετά γεμάτος από πόνους και ατυχήματα, χωρίς να μας χρειάζονται οι πόλεμοι να τα πολλαπλασιάζουν.

– Ένας εχθρός φτάνει για να γίνει πόλεμος, δε χρειάζονται δύο, κύριε Υπεύθυνε, απάντησε η Έογουιν. Κι εκείνοι που δεν έχουν σπαθιά μπορεί να πεθάνουν απ’ αυτά. Θα ’θελες οι άνθρωποι της Γκόντορ να σου μάζευαν βότανα μονάχα, τη στιγμή που ο Μαύρος Άρχοντας μαζεύει στρατιές; Δεν είναι πάντα καλό να θεραπεύεσαι στο σώμα. Ούτε είναι πάντα κακό να πεθάνεις στη μάχη, ακόμα και με φοβερούς πόνους. Αν εμένα μ’ άφηναν, σ’ αυτή τη μαύρη ώρα θα προτιμούσα το τελευταίο.

Ο Υπεύθυνος την κοίταξε. Στεκόταν εκεί ψηλή, με μάτια που έλαμπαν στο λευκό της πρόσωπο, με το χέρι σφιγμένο όπως γύρισε και κοίταξε απ’ το παράθυρό του που έβλεπε στην Ανατολή. Αναστέναξε και κούνησε το κεφάλι. Έπειτα από μια μικρή παύση γύρισε προς το μέρος του ξανά.

– Δεν υπάρχει τίποτα να κάνω; είπε. Ποιος διατάζει σ’ αυτή την Πόλη;

– Καλά καλά κι εγώ δεν ξέρω, απάντησε. Δε φροντίζω εγώ γι’ αυτά τα πράγματα. Ένας στρατάρχης διοικεί τους Καβαλάρηδες του Ρόαν και ο Άρχοντας Χούριν, λένε, διοικεί τους άντρες της Γκόντορ. Αλλά ο Άρχοντας Φαραμίρ είναι κανονικά ο Επίτροπος της Πόλεως.