Выбрать главу

– Πού μπορώ να τον βρω;

– Εδώ μέσα, κυρία. Ήταν βαριά πληγωμένος, αλλά τώρα βρίσκεται πάλι σε ανάρρωση. Δεν ξέρω όμως...

– Δε θα με πας κοντά του; Τότε θα μάθεις.

Ο Άρχοντας Φαραμίρ περπατούσε μονάχος στον κήπο των Σπιτιών της Γιατρειάς και το φως του ήλιου τον ζέσταινε κι ένιωθε τη ζωή να κυλάει ξανανιωμένη στις φλέβες του· η καρδιά του όμως ήταν βαριά και αγνάντευε πάνω από τα τείχη στην ανατολή. Και σαν έφτασε, ο Υπεύθυνος είπε τ’ όνομά του και γυρίζοντας είδε την Αρχόντισσα Έογουιν του Ρόαν και ένιωσε οίκτο, γιατί είδε πως ήταν τραυματισμένη και η διαπεραστική ματιά του διέκρινε τη λύπη και την ανησυχία της.

– Άρχοντά μου, είπε ο Υπεύθυνος, από δω η Αρχόντισσα Έογουιν του Ρόαν. Κάλπαζε με το βασιλιά και τραυματίστηκε βαριά και τώρα μένει εδώ και την παρακολουθώ. Όμως δεν είναι ικανοποιημένη και επιθυμεί να μιλήσει στον Επίτροπο της Πόλεως.

– Μην τον παρανοήσεις, άρχοντα, είπε η Έογουιν. Δεν παραπονιέμαι γιατί δε με περιποιούνται αρκετά. Για όσους θέλουν να γιατρευτούν δεν υπάρχει τόπος καλύτερος απ’ αυτόν. Αλλά εγώ δεν μπορώ να τεμπελιάζω, να κάθομαι αργή, στο κλουβί. Γύρευα το θάνατο στη μάχη. Αλλά δεν πέθανα και η μάχη συνεχίζεται.

Σε ένα νόημα του Φαραμίρ, ο Υπεύθυνος υποκλίθηκε και έφυγε.

– Τι θα ήθελες να κάνω, κυρία; είπε ο Φαραμίρ. Είμαι κι εγώ αιχμάλωτος των θεραπευτών.

Την κοίταξε και επειδή ήταν άνθρωπος που ο οίκτος βαθιά τον συγκλόνιζε, ένιωσε πως η ομορφιά της μέσα στη λύπη της θα του τρυπούσε την καρδιά. Κι εκείνη τον κοίταξε και είδε τη σοβαρή τρυφερότητα μέσα στα μάτια του και όμως ήξερε, γιατί ήταν μεγαλωμένη ανάμεσα σε πολεμιστές, ότι εδώ στεκόταν κάποιος, που κανένας Καβαλάρης του Μαρκ δε θα μπορούσε να του παραβγεί στη μάχη.

– Τι θέλεις; είπε ξανά. Αν εξαρτάται από μένα, θα το κάνω.

– Θα ήθελα να διατάξεις αυτόν τον Υπεύθυνο και να του πεις να μ’ αφήσει να φύγω, είπε.

Αλλά, μόλο που τα λόγια της εξακολουθούσαν να είναι περήφανα, μέσα της δίστασε και για πρώτη φορά είχε αμφιβολίες. Μάντεψε πως αυτός ο ψηλός άντρας, που ήταν αυστηρός και μαλακός μαζί, θα μπορούσε να τη θεωρήσει απλά ανυπάκοη, σαν το μικρό παιδί που δεν έχει τη σταθερότητα του νου να συνεχίσει μια βαρετή δουλειά ως το τέλος.

– Κι εγώ ο ίδιος βρίσκομαι κάτω από την παρακολούθηση του Υπευθύνου, απάντησε ο Φαραμίρ. Ούτε έχω αναλάβει ακόμα τις εξουσίες μου στην Πόλη. Αλλά ακόμα κι αν το είχα κάνει, δε θα έπαυα να υπακούω στις συμβουλές του, ούτε θα ερχόμουν σε αντίθεση με τη γνώμη του στα θέματα της επιστήμης του, εκτός και υπήρχε κάποια μεγάλη ανάγκη.

– Μα εγώ δε γυρεύω γιατρειά, είπε. Θέλω να πάω στον πόλεμο όπως ο αδελφός μου ο Έομερ ή, ακόμα καλύτερα, όπως ο βασιλιάς Θέοντεν, γιατί αυτός πέθανε και έχει και τιμή και ειρήνη.

– Είναι πολύ αργά, αρχόντισσα, να ακολουθήσεις τους Καπεταναίους, ακόμα κι αν είχες τη δύναμη, είπε ο Φαραμίρ. Αλλά θάνατος στη μάχη μπορεί να μας βρει όλους, είτε το θέλουμε είτε όχι. Κι εσύ θα είσαι καλύτερα προετοιμασμένη να τον αντιμετωπίσεις με το δικό σου τον τρόπο αν, όσο υπάρχει ακόμα καιρός, κάνεις ό,τι ο Θεραπευτής έχει παραγγείλει. Εσύ κι εγώ πρέπει να αντέξουμε με υπομονή τις ώρες της αναμονής.

Εκείνη δεν απάντησε, αλλά όπως την κοιτούσε του φάνηκε πως κάτι μέσα της μαλάκωσε, λες και η σκληρή παγωνιά να υποχωρούσε στο πρώτο αμυδρό άγγελμα της Άνοιξης. Ένα δάκρυ φάνηκε στο μάτι της και κύλησε στο μάγουλό της, σαν μια γυαλιστερή βροχοσταγόνα. Το περήφανο κεφάλι της χαμήλωσε λιγάκι. Ύστερα σιγανά, περισσότερο λες και μιλούσε στον εαυτό της παρά σ’ αυτόν;

– Μα οι θεραπευτές με θέλουν να μείνω στο κρεβάτι για επτά μέρες ακόμα, είπε. Και το παράθυρό μου δε βλέπει ανατολικά.

Η φωνή της τώρα ήταν η φωνή μιας νεαρής και λυπημένης κοπέλας. Ο Φαραμίρ χαμογέλασε, αν και την καρδιά του πλημμύριζε οίκτος.

– Το παράθυρο σου δε βλέπει ανατολικά; είπε. Αυτό μπορεί να διορθωθεί. Γι’ αυτό θα δώσω διαταγή στον Υπεύθυνο. Αν μείνεις εδώ να σε φροντίζουμε, αρχόντισσα, και αναπαυθείς, τότε να έρχεσαι να κάνεις περίπατο σ’ αυτόν τον κήπο με τη λιακάδα, όποτε θέλεις· και να κοιτάζεις ανατολικά, εκεί όπου έχουν πάει όλες μας οι ελπίδες. Κι εδώ θα βρίσκεις κι εμένα να περπατώ και να περιμένω και να κοιτώ κι εγώ ανατολικά. Θα μου ξαλάφρωνε τις έννοιες, αν μου μιλούσες ή περπατούσες πότε πότε μαζί μου.

Τότε σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε πάλι στα μάτια· και χρώμα ήρθε πάλι στο χλωμό της πρόσωπο.

– Πώς θα σου ξαλάφρωνα τις έννοιες σοι% άρχοντά μου; είπε. Κι εγώ δεν επιθυμώ τις κουβέντες των ζωντανών ανθρώπων.

– Θα ’θελες να σου απαντήσω ξεκάθαρα;

– Βεβαιότατα.

– Τότε, Έογουιν του Ρόαν, σου λέω πως είσαι πολύ όμορφη. Στις κοιλάδες των λόφων μας υπάρχουν λουλούδια πολύ ωραία και ζωηρά και κοπέλες ακόμα ωραιότερες· εγώ όμως δεν έχω δει ως τώρα στην Γκόντορ ούτε λουλούδι ούτε κοπέλα τόσο όμορφη και τόσο λυπημένη. Ίσως να μένουν πολύ λίγες μέρες μόνο πριν πέσει το σκοτάδι στον κόσμο μας και, όταν έρθει, ελπίζω να το αντιμετωπίσω με σταθερότητα· θα ξαλάφρωνε όμως την καρδιά μου αν, για όσον καιρό ακόμα ο Ήλιος λάμπει, μπορούσα να εξακολουθώ να σε βλέπω. Γιατί εσύ κι εγώ έχουμε και οι δυο μας περάσει κάτω από τα φτερά της Σκιάς και το ίδιο χέρι μας έφερε πίσω.