Выбрать главу

– Αλίμονο, όχι εμένα, άρχοντα! είπε. Η Σκιά με σκεπάζει ακόμα. Μην κοιτάς σ’ εμένα για γιατρειά! Κρατάω ασπίδα και το χέρι μου δεν είναι μαλακό. Όμως, σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό τουλάχιστον, για το ότι δε χρειάζεται να μένω κλεισμένη στο δωμάτιό μου. Θα κάνω έξω περίπατο με την άδεια του Επιτρόπου της Πόλεως.

Και, κάνοντάς του μια υπόκλιση, γύρισε πίσω. Ο Φαραμίρ όμως έκανε περίπατο για πολλή ώρα στον κήπο και το βλέμμα του στρεφόταν τώρα περισσότερο προς το σπίτι, παρά προς τα τείχη ανατολικά.

Όταν γύρισε στο δωμάτιό του κάλεσε τον Υπεύθυνο και έμαθε όλα όσα μπορούσε να του πει για την Αρχόντισσα του Ρόαν.

– Αλλά δεν αμφιβάλλω, άρχοντα, είπε ο Υπεύθυνος, πως θα μάθεις περισσότερα από το Μικρούλη που βρίσκεται μαζί μας· γιατί ακολούθησε το βασιλιά στην εξόρμηση του και ήταν μαζί με την Αρχόντισσα στο τέλος, λένε.

Κι έτσι έστειλαν το Μέρι στο Φαραμίρ και όσο κράτησε εκείνη η μέρα κουβέντιασαν με τις ώρες και ο Φαραμίρ έμαθε πολλά, περισσότερα απ’ όσα είπε ο Μέρι· και τώρα έκανε τη σκέψη πως κάτι κατάλαβε από τη βαθιά λύπη και την ανησυχία της Έογουιν του Ρόαν. Και το όμορφο δειλινό ο Φαραμίρ και ο Μέρι βγήκαν στον κήπο, εκείνη όμως δεν ήρθε.

Το πρωί όμως, καθώς ο Φαραμίρ έβγαινε από τους Οίκους της Γιατρειάς, την είδε, εκεί όπως στεκόταν ψηλά στα τείχη’ κι ήταν ντυμένη στα κάτασπρα και έλαμπε στο φως του ήλιου. Και τη φώναξε κι εκείνη κατέβηκε και έκαναν περίπατο στην πρασινάδα ή κάθονταν κάτω από κάποιο πράσινο δέντρο μαζί, πότε σιωπηλοί και πότε κουβεντιάζοντας. Κι από τότε κάθε μέρα έκαναν το ίδιο. Και βλέποντας από το παράθυρό του ο Υπεύθυνος χαιρόταν η καρδιά του και η έννοια του ξαλάφρωνε· και ήταν σίγουρο πως, μόλο που ο φόβος και η αναμονή εκείνων των ημερών πλάκωναν τις καρδιές των ανθρώπων, όμως εκείνοι οι δύο από τους ασθενείς του πήγαιναν καλά και δυνάμωναν καθημερινά.

Κι έτσι έφτασε η πέμπτη μέρα από τότε που η Αρχόντισσα Έογουιν πήγε για πρώτη φορά στο Φαραμίρ· και στάθηκαν τώρα μαζί γι’ άλλη μια φορά στα τείχη της Πόλης και αγνάντευαν. Κανένα νέο δεν είχε έρθει ακόμα και οι καρδιές όλων ήταν μαύρες. Κι ο καιρός επίσης δεν ήταν πια αίθριος. Έκανε κρύο. Είχε σηκωθεί αέρας τη νύχτα και φυσούσε τώρα διαπεραστικά από το Βοριά κι όλο δυνάμωνε· αλλά κι οι περιοχές ολόγυρα έδειχναν γκρίζες και πένθιμες.

Ήταν ντυμένοι με ζεστά ρούχα και βαριά πανωφόρια και, πάνω απ’ όλα, η Αρχόντισσα Έογουιν φορούσε μια μεγάλη μπλε κάπα στο χρώμα της βαθιάς καλοκαιρινής νύχτας, που ήταν στολισμένη με ασημένια αστέρια στο λαιμό και στον ποδόγυρο. Ο Φαραμίρ είχε στείλει να του φέρουν αυτή την κάπα και της την είχε φορέσει· και νόμιζε πως φαινόταν όμορφη και πραγματικά σαν βασίλισσα, όπως στεκόταν εκεί στο πλευρό του. Η κάπα ήταν φτιαγμένη για τη μητέρα του, τη Φιντουίλας του Άμροθ, που είχε πεθάνει πρόωρα και για κείνον δεν ήταν παρά ανάμνηση ομορφιάς σε μέρες μακρινές, η πρώτη του λύπη· και η κάπα της του φαινόταν το κατάλληλο φόρεμα για την ομορφιά και τη λύπη της Έογουιν.

Αλλά τώρα ανατρίχιασε μέσα στην αστροστολισμένη κάπα της και κοίταξε κατά το Βοριά, πέρα απ’ τους μακρινούς γκρίζους τόπους, από κει που ερχόταν ο παγωμένος αέρας, εκεί που ο ουρανός ήταν καθαρός σαν κρύσταλλο.

– Τι γυρεύεις να δεις, Έογουιν; είπε ο Φαραμίρ.

– Εκεί δε βρίσκεται η Μαύρη Πύλη; είπε. Και δε θα πρέπει τώρα εκείνος να έχει φτάσει εκεί; Έχουν περάσει επτά μέρες από τότε που έφυγε.

– Επτά μέρες, είπε ο Φαραμίρ. Αλλά μη σκεφθείς άσχημα για μένα, αν σου πω πως έχουν φέρει σ’ εμένα και χαρά και πόνο που ποτέ δεν πίστευα ότι θα νιώσω. Χαρά γιατί σε βλέπω· πόνο όμως γιατί τώρα ο φόβος και η αμφιβολία αυτής της κακιάς ώρας έχουν στ’ αλήθεια γίνει πολύ σκοτεινοί. Έογουιν, δε θα ’θελα να τελειώσει τώρα αυτός ο κόσμος και να χάσω τόσο γρήγορα ό,τι έχω βρει.

– Να χάσεις αυτό που έχεις βρει, άρχοντα; απάντησε· – τον κοίταξε όμως σοβαρά και τα μάτια της ήταν καλοσυνάτα. Δεν ξέρω τι, σε τούτες τις μέρες, έχεις βρει που θα μπορούσες να το χάσεις. Έλα όμως, φίλε μου, ας μη μιλάμε γι’ αυτό! Ας μη μιλάμε καθόλου! Στέκομαι στο χείλος κάποιας τρομερής αβύσσου και είναι εντελώς σκοτεινά στο χάσμα μπροστά στα πόδια μου και δεν ξέρω αν υπάρχει καθόλου φως πίσω μου. Γιατί δεν μπορώ να γυρίσω ακόμα. Περιμένω το χτύπημα της μοίρας.