Выбрать главу

– Ναι, περιμένουμε το χτύπημα της μοίρας, είπε ο Φαραμίρ.

Και δεν είπαν τίποτ’ άλλο· και τους φάνηκε εκεί όπως στέκονταν στα τείχη πως ο άνεμος έσβησε, το φως λιγόστεψε και ο Ήλιος νερούλιασε και όλοι οι θόρυβοι στην Πόλη και στις γύρο} περιοχές σώπασαν – ούτε αέρας ούτε φωνή ούτε κελάηδημα πουλιού ούτε θρόισμα φύλλου ούτε κι αυτή η ίδια η ανάσα τους δεν ακουγόταν και οι χτύποι ακόμα της καρδιάς τους σταμάτησαν. Ο χρόνος ακινητοποιήθηκε.

Κι όπως στέκονταν έτσι, τα χέρια τους αντάμωσαν και σφίχτηκαν, αν και δεν το κατάλαβαν. Και συνέχισαν να περιμένουν χωρίς να ξέρουν τι. Τότε σε λίγο τους φάνηκε πως πάνω από την κορυφογραμμή των μακρινών βουνών υψώθηκε ένα άλλο θεοσκότεινο, πελώριο βουνό, που πυργωνόταν σαν το κύμα να σκεπάσει τον κόσμο κι ολόγυρά του τρεμόσβηναν αστροπελέκια· και τότε ένα τρεμούλιασμα διέτρεξε τη γη κι ένιωσαν τα τείχη της Πόλης να κουνιούνται. Μια φωνή σαν αναστεναγμός ανέβηκε από παντού ολόγυρα τους· και οι καρδιές τους χτύπησαν πάλι άξαφνα.

– Μου θυμίζει το Νούμενορ, είπε ο Φαραμίρ κι απόρησε που άκουσε τον εαυτό του να μιλάει.

– Το Νούμενορ; είπε η Έογουιν.

– Ναι, είπε ο Φαραμίρ, τη χώρα της Μακρινής Δύσης που καταποντίστηκε και το μεγάλο μαύρο κύμα που υψώθηκε πάνω από τα πράσινα λιβάδια και τους λόφους και με τον ερχομό του έφερε την αναπόφευκτη σκοτεινιά. Συχνά το ονειρεύομαι.

— Δηλαδή, νομίζεις πως έρχεται το Σκοτάδι; είπε η Έογουιν. Η Αναπόφευκτη Σκοτεινιά; – και ξαφνικά μαζεύτηκε κοντά του.

– Όχι, είπε ο Φαραμίρ, κοιτάζοντάς την καταπρόσωπο. Δεν ήταν παρά εικόνα της φαντασίας μου. Δεν ξέρω τι συμβαίνει. Το λογικό μου μού λέει ότι μας βρήκε μεγάλο κακό κι εμείς βρισκόμαστε στις έσχατες μέρες. Η καρδιά μου όμως λέει όχι· κι όλο μου το κορμί είναι ανάλαφρο κι έχω τέτοια ελπίδα και χαρά, που καμιά λογική δεν μπορεί να διαψεύσει. Έογουιν, Έογουιν, Λευκή Κυρά του Ρόαν, αυτή την ώρα πιστεύω πως κανένα σκοτάδι δε θα σταθεί! — και σκύβοντας τη φίλησε στο μέτωπο.

Κι έτσι στέκονταν στα τείχη της Πόλης της Γκόντορ κι ένας δυνατός άνεμος σηκώθηκε και φύσηξε και τα μαλλιά τους, κατάμαυρα σαν του κορακιού και χρυσαφένια, κυμάτισαν κι έσμιξαν στο φύσημα του αέρα. Και η Σκιά έφυγε κι ο Ήλιος φάνηκε και το φως απλώθηκε παντού· και τα νερά του Άντουιν λαμπύρισαν ασημένια και σε όλα τα σπίτια στην Πόλη οι άνθρωποι τραγουδούσαν, γιατί ξεχείλισε τις καρδιές τους μια χαρά, αν και δεν ήταν σε θέση να πουν από πού προερχόταν.

Και πριν ο Ήλιος γυρίσει πολύ από το μεσημέρι, ήρθε απ’ την Ανατολή πετώντας ένας μεγάλος Αετός κι έφερε νέα ανέλπιστα από τους Άρχοντες της Δύσης και φώναξε:

Ψάλλετε τώρα του Πύργου της ’Ανορ άνθρωποι σεις, τον Σόρον το Βασίλειο τελείωσε και πάει κι ο Μαύρος Πύργος έπεσε. Ψάλλετε τώρα όλο χαρά, σεις άνθρωποι του Πύργου της Φρουράς, γιατί οι σκοπιές σας δεν πήγαν στα χαμένα και η Μαύρη Πύλη έπεσε κι ο Βασιλιάς σας πέρασε και είναι νικητής.
Ψάλλετε τώρα όλο χαρά, σεις τα παιδιά της Δύσης όλα, γιατί θά ’ρθει ο Βασιλιάς ξανά να ζήσει ανάμεσά σας τις μέρες της ζωής σας όλες.
Το Δέντρο που μαράθηκε, θα ζωντανέψει πάλι, θα το φυτέψει αυτός ψηλά, θα ευλογηθεί η Πόλη.
Ψάλλετε όλοι, ψάλλετε!

Κι όλοι έψαλαν παντού στην Πόλη.

Οι μέρες που ακολούθησαν ήταν χρυσαφένιες και η Άνοιξη με το Καλοκαίρι ενώθηκαν κι έκαναν πανηγύρι στα λιβάδια της Γκόντορ. Και απ’ το Καΐρ Άντρος ήρθαν τώρα γρήγορα αγγελιαφόροι με νέα για όλα όσα είχαν γίνει και η Πόλη ετοιμάστηκε για τον ερχομό του Βασιλιά. Κάλεσαν το Μέρι να παρουσιαστεί κι αυτός έφυγε με τα κάρα που πήγαιναν εφόδια στην Οσγκίλιαθ κι από κει με πλοίο στο Καΐρ Άντρος· ο Φαραμίρ όμως δεν πήγε, γιατί τώρα, αφού είχε γίνει καλά, ανέλαβε τα καθήκοντά του ως Επίτροπος, μόλο που θα ήταν για λίγο, και η φροντίδα του ήταν να κάνει τις προετοιμασίες για κείνον που θα τον αντικαθιστούσε.

Ούτε η Έογουιν πήγε, αν και ο αδελφός της τής έστειλε μήνυμα και την παρακαλούσε να πάει στο Κορμάλεν. Κι ο Φαραμίρ απόρησε γι’ αυτό, αλλά την έβλεπε σπάνια, επειδή ήταν απασχολημένος με πολλές υποθέσεις· κι εκείνη έμενε ακόμα στα Σπίτια της Γιατρειάς κι έκανε περίπατο στον κήπο μόνη και το πρόσωπό της έγινε ξανά χλωμό και φαινόταν λες και σ’ όλη την Πόλη αυτή να ήταν μόνο κακοδιάθετη και λυπημένη. Και ο Υπεύθυνος ανησύχησε και μίλησε στο Φαραμίρ.

Τότε ο Φαραμίρ πήγε και τη γύρεψε και στάθηκαν στα τείχη μαζί γι’ άλλη μια φορά· και της είπε:

– Έογουιν, γιατί κάθεσαι εδώ και δεν πηγαίνεις στις γιορτές στο Κορμάλεν πέρα απ’ το Καΐρ Άντρος, που σε περιμένει ο αδελφός σου;