Выбрать главу

Κι εκείνη είπε:

– Εσύ δεν ξέρεις; Αλλά εκείνος απάντησε:

– Δύο μπορεί να είναι οι λόγοι, αλλά δεν ξέρω ποιος είναι ο αληθινός.

Και αυτή είπε:

– Δε θέλω να παίζω αινίγματα. Μίλησε πιο ξεκάθαρα!

– Λοιπόν, αν έτσι το θέλεις, αρχόντισσα, είπε, δεν πηγαίνεις γιατί μόνο ο αδελφός σου σε κάλεσε, και το να δεις τον Άρχοντα Άραγκορν, τον κληρονόμο του Έλεντιλ, στην ώρα του θριάμβου του δε θα σου δώσει τώρα χαρά. Ή γιατί δεν πηγαίνω εγώ κι εσύ εξακολουθείς να θέλεις να είσαι κοντά μου. Και, ίσως, και για τους δύο αυτούς τους λόγους που κι εσύ η ίδια δεν μπορείς να διαλέξεις ανάμεσά τους. Έογουιν, δε μ’ αγαπάς ή δε θέλεις να μ’ αγαπήσεις;

– Ήθελα να μ’ αγαπήσει κάποιος άλλος, απάντησε. Όμως δε θέλω τον οίκτο κανενός.

– Αυτό το ξέρω, είπε. Ήθελες την αγάπη του Άρχοντα Άραγκορν. Γιατί ήταν μεγάλος και ισχυρός και ήθελες όνομα ξακουστό και δόξα και να βρεθείς ψηλότερα από τα τιποτένια πράγματα που σέρνονται στη γη. Και όπως ένας μεγάλος πολεμάρχης φαντάζει στα μάτια ενός νέου στρατιώτη, έτσι σου φάνηκε κι εσένα θαυμαστός. Κι έτσι είναι, άρχοντας ανάμεσα στους ανθρώπους, ο μεγαλύτερος που υπάρχει τώρα. Όταν όμως σου έδειξε μόνο κατανόηση και οίκτο, τότε αποφάσισες να μην πάρεις τίποτα, παρά μόνο ένα παλικαρίσιο θάνατο στη μάχη. Κοίταξέ με, Έογουιν!

Και η Έογουιν κοίταξε το Φαραμίρ πολλή ώρα σταθερά· κι ο Φαραμίρ είπε:

– Μην περιφρονείς τον οίκτο που είναι το δώρο μιας ευγενικής καρδιάς, Έογουιν! Εγώ όμως δε σου προσφέρω τον οίκτο μου. Γιατί είσαι αρχόντισσα μεγάλη και τρανή κι έχεις από μόνη σου κερδίσει φήμη που δε θα ξεχαστεί· κι είσαι κυρά πεντάμορφη, κρίνω, που ούτε και η γλώσσα των Ξωτικών δεν μπορεί να περιγράψει. Κι εγώ σ’ αγαπώ. Κάποτε λυπόμουν τη θλίψη σου. Τώρα όμως, ακόμα κι αν δεν είχες λύπες, ούτε φόβους ούτε να σου έλειπε τίποτα, αν ήσουν η τρισευτυχισμένη Βασίλισσα της Γκόντορ, δε θα έπαυα να σ’ αγαπώ. Έογουιν, εσύ δε μ’ αγαπάς;

Τότε τα αισθήματα στην καρδιά της Έογουιν άλλαξαν ή μπορεί, επιτέλους, να τα κατάλαβε. Και ξαφνικά ο χειμώνας πέρασε και την έλουσε ο ήλιος.

– Στέκομαι στη Μίνας Άνορ, στον Πύργο του Ήλιου, είπε· και να! ο Ίσκιος έφυγε! δε θα κρατώ ασπίδα πια ούτε θα παραβγαίνω με τους μεγάλους Καβαλάρηδες ούτε θα χαίρομαι μονάχα με τα τραγούδια που μιλούν για σφαγές. Θα ασχοληθώ να θεραπεύω και θ’ αγαπώ όλα τα πράγματα που μεγαλώνουν και δεν είναι στείρα.

Και πάλι κοίταξε το Φαραμίρ.

– Δε θέλω πια να γίνω βασίλισσα, είπε. Ο Φαραμίρ τότε γέλασε χαρούμενα.

– Ευτυχώς, είπε, γιατί δεν είμαι βασιλιάς. Όμως θέλω να παντρευτώ τη Λευκή Κυρά του Ρόαν, αν το θέλει κι αυτή. Και αν συμφωνεί, τότε ας περάσουμε τον Ποταμό και σε χαρούμενες μέρες ας ζήσουμε στο όμορφο Ιθίλιεν κι ας φτιάξουμε εκεί τον κήπο. Όλα θα μεγαλώνουν χαρούμενα εκεί, αν έρθει η Λευκή Κυρά.

– Πρέπει, λοιπόν, να αφήσω το λαό μου, άνθρωπε της Γκόντορ; είπε. Και δε θα σε πειράξει που ο δικός σου περήφανος λαός θα πει: «Να τος ο άρχοντας που ημέρεψε μια άγρια πολεμίστρια του Βοριά! Δεν είχε γυναίκες από τη γενιά του Νούμενορ να διαλέξει;»

– Καθόλου, είπε ο Φαραμίρ.

Και την πήρε στην αγκαλιά του και τη φίλησε κάτω απ’ τον ηλιόλουστο ουρανό, δίχως να τον νοιάζει που στέκονταν ψηλά στα τείχη και τους έβλεπαν πολλοί. Και, πραγματικά, πολλοί τους είδαν και είδαν και το φως που έλαμπε γύρω τους καθώς κατέβηκαν από τα τείχη και πήγαν χέρι χέρι στα Σπίτια της Γιατρειάς.

Και στον Υπεύθυνο των Σπιτιών ο Φαραμίρ είπε:

– Εδώ είναι η Αρχόντισσα Έογουιν του Ρόαν, που τώρα έχει γίνει καλά.

Και ο Υπεύθυνος είπε:

– Τότε της δίνω την άδεια να φύγει και την αποχαιρετώ και της εύχομαι ποτέ να μην ξαναρρωστήσει από τίποτα. Αναθέτω τη φροντίδα της στον Επίτροπο της Πόλεως, ώσπου να επιστρέψει ο αδελφός της.

Η Έογουιν όμως είπε:

– Τώρα όμως που έχω την άδεια να φύγω, θα προτιμούσα να μείνω. Γιατί αυτό το Σπίτι έχει γίνει για μένα το πιο ευλογημένο απ’ όλα τα καταλύματα.

Κι έμεινε εκεί, ώσπου ήρθε ο Βασιλιάς Έομερ.

Στην Πόλη τώρα ετοιμάζονταν τα πάντα· και είχε συγκεντρωθεί πολύς κόσμος, γιατί τα νέα είχαν απλωθεί παντού στην Γκόντορ, από το Μιν-Ρίμον ως το Πίναθ Γκέλιν και τις μακρινές ακτές της θάλασσας· και όλοι όσοι μπορούσαν να έρθουν στην Πόλη, βιάστηκαν να το κάνουν. Και η Πόλη γέμισε πάλι με γυναίκες και όμορφα παιδιά που ξαναγύρισαν στα σπίτια τους φορτωμένα λουλούδια· και από το Ντολ Άμροθ ήρθαν λυράρηδες που έπαιζαν καλύτερα απ’ όλους στη χώρα· και ήρθαν αυτοί που έπαιζαν βιόλες και φλάουτα και ασημένια βούκινα και καλλίφωνοι τραγουδιστές από τις κοιλάδες του Λέμπενιν.

Κι έφτασε τέλος ένα δειλινό όταν από τα τείχη φάνηκαν οι σκηνές κάτω στον κάμπο και όλη τη νύχτα έκαιγαν τα φώτα καθώς οι άνθρωποι περίμεναν την αυγή. Και όταν ο ήλιος βγήκε στο ασυννέφιαστο πρωινό πάνω από τα βουνά της Ανατολής – που δεν είχαν πια σκιές -, τότε σήμαναν όλες οι καμπάνες και όλες οι σημαίες ξεδιπλώθηκαν κι ανέμισαν στον αέρα· και πάνω στο Λευκό Πύργο της ακρόπολης το λάβαρο των Επιτρόπων, αστραφτερό ασήμι σαν χιόνι στον ήλιο, δίχως σχέδιο ή θυρεό, υψώθηκε πάνω στην Γκόντορ για τελευταία φορά.