Выбрать главу

Τώρα οι Καπεταναίοι της Δύσης οδήγησαν τους άντρες τους κατά την Πόλη και ο κόσμος τούς είδε να προχωρούν, η μια σειρά πίσω από την άλλη, αστράφτοντας και λαμπυρίζοντας στο φως της ανατολής και κυματίζοντας σαν το ασήμι. Κι έτσι έφτασαν μπροστά στο Δρόμο της Πύλης και σταμάτησαν σε διακόσιες είκοσι γιάρδες απόσταση από τα τείχη. Ως τότε δεν είχαν βάλει ξανά πύλες, αλλά υπήρχε ένα εμπόδιο τοποθετημένο μπροστά στην είσοδο της Πόλης κι εκεί ήταν παραταγμένοι άντρες οπλισμένοι, ντυμένοι στα ασημομαύρα με γυμνωμένα τα μακριά σπαθιά τους. Μπροστά από το εμπόδιο στεκόταν ο Φαραμίρ ο Επίτροπος και ο Χούριν ο Κλειδούχος και άλλοι καπεταναίοι της Γκόντορ και η Αρχόντισσα Έογουιν του Ρόαν με το Στρατάρχη Έλφχελμ και πολλούς ιππότες του Μαρκ· κι απ’ τις δύο πλευρές της Πύλης συνωστίζονταν πολλοί όμορφοι άνθρωποι με πολύχρωμα ρούχα και γιρλάντες από λουλούδια.

Έτσι τώρα υπήρχε ένας μεγάλος χώρος μπροστά από τα τείχη της Μίνας Τίριθ, που ήταν κλεισμένος από όλες τις πλευρές με τους ιππότες και τους στρατιώτες της Γκόντορ και του Ρόαν και από τους ανθρώπους της Πόλης και από όλα τα μέρη της χώρας. Έπεσε σιωπή καθώς μέσα από το στράτευμα ξεχώρισαν οι Ντούνεντεν ντυμένοι στα γκρίζα κι ασημιά· και μπροστά τους πήγαινε ο Άρχοντας Άραγκορν βαδίζοντας αργά. Ήταν ντυμένος με μαύρο αλυσιδωτό θώρακα κι ασημένια εξάρτυση και φορούσε ένα μακρύ κατάλευκο μανδύα που ήταν πιασμένος στο λαιμό με μια μεγάλη καρφίτσα με πράσινη πέτρα που έλαμπε από μακριά· το κεφάλι του όμως ήταν ξεσκέπαστο, εκτός από ένα αστέρι στο μέτωπό του που ήταν δεμένο με μία λεπτή ασημένια κορδέλα. Μαζί του ήταν ο Έομερ του Ρόαν, ο Πρίγκιπας Ιμραχίλ και ο Γκάνταλφ, όλοι ντυμένοι στα κάτασπρα και τέσσερις μικρόσωμες μορφές που πολλοί απορούσαν στη θέα τους.

– Όχι, ξαδέρφη! δεν είναι παιδιά, είπε η Γιόρεθ σε κάποια συγγένισσά της από το Ίμλοθ Μέλουι, που στεκόταν πλάι της. Αυτά είναι Periain από τη μακρινή χώρα των Μικρούληδων, όπου είναι πρίγκιπες ξακουστοί, λέει. Ξέρω εγώ, γιατί είχα έναν και τον περιποιόμουν στα Σπίτια. Είναι μικρόσωμοι, αλλά γενναίοι. Για να καταλάβεις, ξαδέρφη, ο ένας απ’ αυτούς πήγε με τον ακόλουθό του μονάχα στη Μαύρη Χώρα και πάλεψε με το Μαύρο Άρχοντα ολομόναχος κι έβαλε φωτιά στον Πύργο του, αν μπορείς να το πιστέψεις. Τουλάχιστον έτσι λένε στην Πόλη. Θα ’ναι αυτός εκεί που προχωρεί με το Λιθούχο μας. Ακούω πως είναι φίλοι αγαπημένοι. Τώρα αυτός είναι θαύμα, ο Άρχοντας Λιθούχος – όχι και πολύ μαλακός στα λόγια του, άκου με κι εμένα, μα έχει χρυσή καρδιά, όπως λένε· κι έχει τα χέρια που γιατρεύουν. «Τα χέρια του βασιλιά είναι χέρια που γιατρεύουν», είπα· κι έτσι τα ανακάλυψαν όλα. Και ο Μιθραντίρ μου είπε: «Γιόρεθ, οι άνθρωποι θα θυμούνται για πολύν καιρό τα λόγια σου», και...

Αλλά δεν μπόρεσε η Γιόρεθ να συνεχίσει την κατήχηση της συγγένισσάς της απ’ το χωριό, γιατί μια σάλπιγγα σάλπισε κι ακολούθησε νεκρική σιγή. Τότε προχώρησε από την Πύλη ο Φαραμίρ με το Χούριν τον Κλειδούχο και κανέναν άλλον εκτός από τέσσερις άντρες πίσω του που φορούσαν τις ψηλές περικεφαλαίες και τη στολή της Ακρόπολης και κρατούσαν ένα μεγάλο κιβώτιο από μαύρο ξύλο lebethron δεμένο με ασήμι.

Ο Φαραμίρ συναντήθηκε με τον Άραγκορν στη μέση των συγκεντρωμένων και, γονατίζοντας, είπε:

– Ο τελευταίος Επίτροπος της Γκόντορ ζητά την άδεια να παραδώσει το αξίωμά του.

Και άπλωσε να παραδώσει ένα λευκό σκήπτρο· ο Άραγκορν όμως πήρε το σκήπτρο και το έδωσε πίσω, λέγοντας:

– Το αξίωμα αυτό δεν καταργείται και θα μείνει δικό σου καν των απογόνων σου για όσο διάστημα θα υπάρχει ο οίκος μου. Εκτέλεσε τώρα τα καθήκοντα σου!

Ο Φαραμίρ τότε σηκώθηκε όρθιος και είπε με φωνή καθαρή:

– Άνθρωποι της Γκόντορ, ακούστε τώρα τον Επίτροπο αυτού του Βασιλείου! Να! ήρθε κάποιος τέλος να διεκδικήσει τη βασιλεία πάλι. Εδώ είναι ο Άραγκορν γιος του Άραθορν, αρχηγός των Ντούνεντεν της Άρνορ, Στρατηγός της Στρατιάς της Δύσης, με το Αστέρι του Βορρά και το Σπαθί που έχει συγκολληθεί ξανά, νικητής στη μάχη, τα χέρια του οποίου θεραπεύουν, ο Λιθούχος, ο Ελέσαρ του Οίκου του Βάλαντιλ, γιου του Ισίλντουρ, γιου του Έλεντιλ του Νούμενορ. Θέλετε να γίνει βασιλιάς, να μπει στην Πόλη και να ζήσει εκεί;

Και όλος ο στρατός και ο λαός φώναξαν ναι με μια φωνή. Και η Γιόρεθ είπε στη συγγένισσά της: