– Αυτή δεν είναι παρά μια τελετή σαν κι αυτές που έχουμε στην Πόλη, ξαδέρφη· γιατί αυτός έχει κιόλας μπει, όπως σου έλεγα· και μου είπε...
Και τότε πάλι αναγκάστηκε να σωπάσει, γιατί ο Φαραμίρ μίλησε ξανά:
– Άνθρωποι της Γκόντορ, αυτοί που κατέχουν τις παραδόσεις λένε πως το αρχαίο έθιμο απαιτούσε ο βασιλιάς να παραλαμβάνει το στέμμα από τον πατέρα του πριν αυτός πεθάνει· ή, αν αυτό δεν ήταν δυνατό να γίνει, να πηγαίνει μόνος και να το παίρνει από τα χέρια του πατέρα του πάνω από τον τάφο που ήταν θαμμένος. Αλλά επειδή τα πράγματα τώρα πρέπει να γίνουν διαφορετικά, με την ιδιότητά μου ως Επίτροπος, έχω φέρει εδώ σήμερα από τη Ραθ Ντίνεν το στέμμα του Εάμουρ του τελευταίου βασιλιά, που οι μέρες του τελείωσαν στα χρόνια των μακρινών αρχαίων προγόνων μας.
Τότε οι φρουροί προχώρησαν μπροστά και ο Φαραμίρ άνοιξε το κιβώτιο και σήκωσε ψηλά ένα πανάρχαιο στέμμα. Είχε σχήμα όμοιο με τις περικεφαλαίες των Φρουρών της Ακρόπολης, μόνο που ήταν ψηλότερο και κατάλευκο και τα φτερά δεξιά κι αριστερά ήταν φτιαγμένα από ασήμι και μαργαριτάρια κι έμοιαζαν με φτερά θαλασσοπουλιού, γιατί ήταν το έμβλημα των βασιλιάδων που ήρθαν πέρα από τη Θάλασσα· και επτά διαμάντια ήταν δεμένα ολόγυρα στη βάση του και στην κορυφή του είχε ένα μοναδικό πετράδι, που το φως του πετάχτηκε ψηλά σαν φλόγα.
Ο Άραγκορν τότε πήρε το στέμμα, το σήκωσε ψηλά και είπε:
Et Eärello Endorenna utúlien. Sinome maruvan ar Hildinyar tenn’ Ambar-metta!
Κι εκείνα ήταν τα λόγια που είχε πει ο Έλεντιλ όταν έφτασε, διασχίζοντας τη θάλασσα στα φτερά του ανέμου: «Από τη Μεγάλη Θάλασσα έφτασα στη Μέση-γη. Σ’ αυτόν τον τόπο θα εγκατασταθώ εγώ και οι απόγονοι μου, ως τη συντέλεια του κόσμου».
Κι ύστερα, κι ενώ πολλοί απόρησαν, ο Άραγκορν δεν έβαλε το στέμμα στο κεφάλι του, αλλά το έδωσε πίσω στο Φαραμίρ και είπε:
– Στους κόπους και στην παλικαριά πολλών οφείλω την κληρονομιά μου. Σε αναγνώριση αυτών θα ήθελα να μου φέρει το στέμμα ο Δαχτυλιδοκουβαλητής και ας μου το βάλει στο κεφάλι ο Μιθραντίρ, αν θέλει· γιατί αυτός ήταν που έθεσε σε κίνηση όλα όσα έχουν επιτευχθεί και αυτή η νίκη είναι δική του.
Ο Φρόντο τότε προχώρησε, πήρε το στέμμα από το Φαραμίρ και το πήγε στον Γκάνταλφ· και ο Άραγκορν γονάτισε και ο Γκάνταλφ έβαλε το Λευκό Στέμμα στο κεφάλι του και είπε:
– Από τώρα αρχίζουν οι μέρες του Βασιλιά, που είθε να είναι ευλογημένες για όσο χρόνο θα υπάρχουν οι θρόνοι των Βάλαρ!
Όταν όμως ο Άραγκορν σηκώθηκε, όλοι όσοι τον έβλεπαν, έμειναν να κοιτάζουν σιωπηλοί, γιατί τους φάνηκε πως τώρα, για πρώτη φορά, τους αποκαλύφθηκε. Ψηλός σαν τους αρχαίους βασιλιάδες της Θάλασσας, στεκόταν ψηλότερος από όλους όσους βρίσκονταν κοντά, έμοιαζε να ’χουν περάσει από πάνω του μέρες αρχαίες κι όμως να βρίσκεται στο άνθος της ηλικίας του· σοφία καθόταν στο μέτωπό του και δύναμη και θεραπευτικές ικανότητες στα χέρια του κι ένα φως ξεχυνόταν ολόγυρά του. Και τότε ο Φαραμίρ φώναξε:
– Ιδού ο Βασιλιάς!
Και τη στιγμή εκείνη όλες οι τρομπέτες σάλπισαν και ο Βασιλιάς Ελέσαρ προχώρησε κι έφτασε στο εμπόδιο και ο Χούριν ο Κλειδούχος το παραμέρισε· κι ανάμεσα στις μελωδίες από άρπες, βιόλες, φλάουτα και τα τραγούδια από καθάριες φωνές, ο Βασιλιάς διέσχισε τους ανθοστολισμένους δρόμους κι έφτασε στην Ακρόπολη και μπήκε μέσα· και το λάβαρο με το Δέντρο και τα άστρα ανέμισε στον πιο ψηλό πυργίσκο και άρχισε η βασιλεία του Βασιλιά Ελέσαρ, που γι’ αυτήν έχουν γραφτεί πολλά τραγούδια.
Στις μέρες του την Πόλη την έφτιαξαν πιο όμορφη από όσο ήταν ποτέ, ακόμα και στον καιρό της πρώτης της δόξας· και τη γέμισαν με δέντρα και σιντριβάνια κι έφτιαξαν τις πύλες της από μίθριλ και ατσάλι κι έστρωσαν τους δρόμους της με άσπρο μάρμαρο· και ο Λαός του Βουνού δούλεψαν εκεί και ο Λαός του Δάσους χαίρονταν να πηγαίνουν εκεί· και όλα γιατρεύτηκαν και έγιναν καλά και τα σπίτια γέμισαν με άντρες και γυναίκες και τα γέλια παιδιών και κανένα παράθυρο δεν έμεινε τυφλό ούτε αυλή άδεια’ και ακόμη, όταν τελείωσε η Τρίτη Εποχή του κόσμου και ήρθε η καινούρια, εξακολούθησε να διατηρεί τη μνήμη και τη δόξα των χρόνων που είχαν περάσει.
Τις μέρες που ακολούθησαν τη στέψη του ο Βασιλιάς καθόταν στο θρόνο του στην Αίθουσα των Βασιλέων και έβγαζε τις αποφάσεις του. Και ήρθαν πρεσβείες από πολλές χώρες και λαούς, από την Ανατολή και το Νότο και από τις παρυφές του Δάσους της Σκοτεινιάς και από τη Μαυροχώματη χώρα στα δυτικά. Και ο Βασιλιάς έδωσε χάρη στους Ανατολίτες που είχαν παραδοθεί και τους άφησε ελεύθερους να φύγουν και σύναψε ειρήνη με τους λαούς του Χαράντ· κι ελευθέρωσε τους σκλάβους της Μόρντορ και τους παραχώρησε όλες τις περιοχές γύρω από τη Λίμνη Νούρνεν. Και του έφεραν πολλούς για να τους δώσει έπαινο και αμοιβή για την ανδρεία τους· και τελευταίον ο λοχαγός της Φρουράς του έφερε να δικάσει τον Μπέρεγκοντ.