Και ο Βασιλιάς είπε στον Μπέρεγκοντ:
– Μπέρεγκοντ, με το σπαθί σου χύθηκε αίμα στα Ιερά των Νεκρών, όπου είναι απαγορευμένο. Άφησες επίσης τη θέση σου χωρίς την άδεια του Άρχοντα ή του Διοικητή. Γι’ αυτές τις παραβάσεις, παλιά, η ποινή ήταν θάνατος. Τώρα, λοιπόν, πρέπει να ανακοινώσω την καταδίκη σου.
»Για την ανδρεία σου στη μάχη κάθε ποινή παραγράφεται και, ακόμη περισσότερο, γιατί όλα όσα έκανες ήταν από αγάπη για τον Άρχοντα Φαραμίρ. Παρ’ όλ’ αυτά όμως θα πρέπει να φύγεις από τη Φρουρά της Ακροπόλεως και θα πρέπει να εγκαταλείψεις την Πόλη της Μίνας Τίριθ.
Τότε το αίμα έφυγε από το πρόσωπο του Μπέρεγκοντ και, χτυπημένος κατάκαρδα, έσκυψε το κεφάλι.
Ο Βασιλιάς όμως είπε:
– Έτσι πρέπει να γίνει, γιατί διορίζεσαι στο Λευκό Λόχο, στη Φρουρά του Φαραμίρ, Πρίγκιπα του Ιθίλιεν, κι εσύ θα είσαι ο διοικητής του και θα κατοικείς στο Έμιν Άρνεν με τιμή και ειρήνη και στην υπηρεσία εκείνου, που, για να τον σώσεις από το θάνατο, διακινδύνευσες τα πάντα.
Και τότε ο Μπέρεγκοντ, βλέποντας το έλεος και τη δικαιοσύνη του βασιλιά, ολόχαρος γονάτισε και φίλησε το χέρι του κι έφυγε γεμάτος χαρά και ικανοποίηση. Και ο Άραγκορν παραχώρησε το Ιθίλιεν πριγκιπάτο στο Φαραμίρ και του είπε να εγκατασταθεί στους λόφους του Έμιν Άρνεν που βλέπουν την Πόλη.
– Γιατί, είπε, η Μίνας Ίθιλ στην Κοιλάδα Μόργκουλ θα καταστραφεί εντελώς και, παρ’ όλο που μπορεί κάποτε να καθαριστεί, κανένας άνθρωπος δε θα εγκατασταθεί εκεί για πάρα πολλά χρόνια.
Και τελευταίον από όλους ο Άραγκορν χαιρέτησε τον Έομερ του Ρόαν και αγκαλιάστηκαν και είπε ο Άραγκορν:
– Μεταξύ μας δεν μπορεί να γίνει λόγος για ανταλλαγές ή έπαθλα· γιατί είμαστε αδέλφια, Σ’ ευτυχισμένη ώρα κατέβηκε καλπάζοντας ο Έορλ από το Βοριά και ποτέ δεν υπήρξε πιο ευλογημένη συμμαχία λαών, ώστε ποτέ ο ένας δεν άφησε αβοήθητο τον άλλο, ούτε θα τον αφήσει. Τώρα, όπως γνωρίζεις, έχουμε ενταφιάσει το Θέοντεν τον Ξακουστό σ’ ένα μνήμα στα Ιερά των Νεκρών κι εκεί θα μείνει για πάντα ανάμεσα στους Βασιλιάδες της Γκόντορ, αν το θελήσεις. Ή, αν το επιθυμείς, θα έρθουμε στο Ρόαν και θα τον φέρουμε πίσω να αναπαυθεί κοντά στο λαό του.
Και ο Έομερ απάντησε:
– Από την ημέρα εκείνη, που βγήκες μπροστά μου μέσα από το πράσινο χορτάρι στα λιβάδια, σε έχω αγαπήσει και αυτή η αγάπη ποτέ δε θα σβήσει. Τώρα όμως πρέπει να φύγω για λίγο για το δικό μου βασίλειο, όπου έχει πολλά εκεί που χρειάζεται να θεραπευτούν και να μπουν σε τάξη. Όσο για τον Πεσόντα, όταν όλα είναι έτοιμα, θα έρθουμε να τον πάρουμε· αλλά ας μείνει εδώ να κοιμάται για λίγο.
Και η Έογουιν είπε στο Φαραμίρ:
– Τώρα πρέπει να επιστρέψω στη χώρα μου και να τη δω γι’ άλλη μια φορά και να βοηθήσω τον αδελφό μου στο έργο του· αλλά όταν αυτός που για πολύν καιρό αγαπούσα σαν πατέρα αναπαυθεί τελικά, θα γυρίσω πίσω.
Έτσι περνούσαν οι χαρούμενες μέρες· και την όγδοη ημέρα του Μαΐου οι Καβαλάρηδες του Ρόαν ετοιμάστηκαν και έφυγαν από το Βορινό Δρόμο και μαζί τους πήγαν και οι γιοι του Έλροντ. Όλος ο δρόμος γέμισε κόσμο δεξιά κι αριστερά για να τους τιμήσουν και να τους ζητωκραυγάσουν, από την Πύλη της Πόλεως ως τα τείχη του Πέλενορ. Αργότερα, όσοι άλλοι κατοικούσαν μακριά γύρισαν στα σπίτια τους όλο χαρά· στην Πόλη όμως δούλευαν πολλά πρόθυμα χέρια για να ξαναχτίσουν, να επισκευάσουν και να απομακρύνουν όλα τα σημάδια του πολέμου και την ανάμνηση της σκοτεινιάς.
Οι χόμπιτ εξακολουθούσαν να μένουν στη Μίνας Τίριθ, με το Λέγκολας και τον Γκίμλι· γιατί ο Άραγκορν δεν ήθελε να διαλυθεί η συντροφιά.
– Κάποτε όλα αυτά πρέπει να τελειώσουν, είπε, αλλά θα ήθελα να περιμένατε για λίγο ακόμα – γιατί το τέλος των περιπετειών που λάβατε μέρος δεν έχει έρθει ακόμη. Πλησιάζει μια μέρα που την περίμενα όλα τα χρόνια της νιότης μου και, όταν έρθει, θέλω να έχω τους φίλους μου κοντά μου.
Αλλά για τη μέρα εκείνη δεν έλεγε περισσότερα.
Τις μέρες εκείνες οι Σύντροφοι του Δαχτυλιδιού έμεναν όλοι σε ένα όμορφο σπίτι μαζί με τον Γκάνταλφ και πηγαινοέρχονταν όπως τους άρεσε.
Και ο Φρόντο είπε στον Γκάνταλφ:
– Ξέρεις τι είναι αυτή η μέρα που μας μιλάει ο Άραγκορν; Γιατί είμαστε ευτυχισμένοι εδώ και δε θέλω να φύγω· οι μέρες όμως κυλούν και ο Μπίλμπο περιμένει· και το Σάιρ είναι η πατρίδα μου.
– Και ο Μπίλμπο, είπε ο Γκάνταλφ, περιμένει την ίδια αυτή μέρα και ξέρει τι σας κρατά μακριά. Όσο για τις μέρες που κυλούν, δεν είναι παρά Μάιος ακόμα και το μεσοκαλόκαιρο δεν έφτασε ακόμα· και παρ’ όλο που όλα τα πράγματα φαίνονται αλλαγμένα, λες κι έχει φύγει μια ολόκληρη εποχή του κόσμου, για τα δέντρα όμως και το χορτάρι είναι λιγότερο από χρόνος από τότε που ξεκινήσατε.