Ύστερα ο Άραγκορν άπλωσε το χέρι του μαλακά στο δεντράκι και, να! λες και μόλις κρατιόταν στη γη, βγήκε δίχως να πάθει τίποτε· και ο Άραγκορν το έφερε πίσω στην Ακρόπολη. Τότε ξερίζωσαν το ξερό δέντρο με σεβασμό· και δεν το έκαψαν, αλλά το πήγαν ν’ αναπαυθεί στη σιωπή της Ραθ Ντίνεν. Και ο Άραγκορν φύτεψε το καινούριο δέντρο στην αυλή κοντά στο σιντριβάνι κι εκείνο άρχισε να μεγαλώνει γρήγορα και χαρούμενα· και όταν μπήκε ο μήνας Ιούνιος ήταν φορτωμένο λουλούδια.
– Το σημάδι δόθηκε, είπε ο Άραγκορν, και η μέρα δε βρίσκεται μακριά.
Και έβαλε σκοπούς στα τείχη.
Ήταν η παραμονή του Μεσοκαλόκαιρου όταν ήρθαν αγγελιαφόροι από το Άμον Ντιν στην Πόλη και είπαν πως έρχονταν έφιππα Ξωτικά από το Βοριά και τώρα πλησίαζαν τα τείχη του Πέλενορ.
Και ο Βασιλιάς είπε:
– Επιτέλους ήρθαν. Να γίνουν ετοιμασίες σ’ ολόκληρη την Πόλη!
Και το βράδυ της Παραμονής του Μεσοκαλόκαιρου, όταν ο ουρανός ήταν μπλε σαν ζαφείρι και τ’ αστέρια ξάνοιγαν στην Ανατολή, ενώ η Δύση χρύσιζε ακόμα και η ατμόσφαιρα ήταν δροσερή και μυρωδάτη, οι καβαλάρηδες κατηφόρισαν το Βορινό Δρόμο ως τις πύλες της Μίνας Τίριθ. Πρώτοι πήγαιναν ο Ελρόχιρ κι ο Ελάνταν με ένα ασημένιο λάβαρο και ύστερα ακολουθούσαν ο Γκλορφίντελ και ο Έρεστορ και όλο το σπιτικό του Σκιστού Λαγκαδιού και πίσω τους η Αρχόντισσα Γκαλάντριελ και ο Σέλεμπορν, ο Άρχοντας του Λοθλόριεν, πάνω σε κατάλευκα άτια και μαζί τους πολλοί απ’ τον ωραίο λαό του τόπου τους, με γκρίζους μανδύες κι άσπρα πετράδια στα μαλλιά τους· και τελευταίος πήγαινε ο Άρχοντας Έλροντ, μέγας ανάμεσα στα Ξωτικά και στους Ανθρώπους, κρατώντας το σκήπτρο του Ανούμινας και πλάι του, σ’ ένα γκρίζο άτι, ερχόταν η Άργουεν η κόρη του, το Άστρο της Λύσης του λαού της.
Και ο Φρόντο όταν την είδε να έρχεται φεγγίζοντας στο δειλινό, με αστέρια στο μέτωπό της και γλυκιά ευωδιά ολόγυρά της, συγκλονισμένος από το θαυμασμό είπε στον Γκάνταλφ:
– Επιτέλους καταλαβαίνω γιατί περιμέναμε! Αυτό είναι το τέλος. Τώρα δε θα αγαπούμε μόνο τη μέρα, γιατί και η νύχτα θα είναι όμορφη κι ευλογημένη και όλοι της οι τρόμοι θα χαθούν!
Έπειτα ο Βασιλιάς καλωσόρισε τους ξένους του και εκείνοι ξεπέζεψαν και ο Έλροντ παρέδωσε το σκήπτρο κι έβαλε το χέρι της κόρης του στο χέρι του Βασιλιά και μαζί ανέβηκαν στην Ψηλή Πόλη κι όλα τ’ άστρα λουλούδιασαν στον ουρανό. Και ο Άραγκορν ο Βασιλιάς Ελέσαρ παντρεύτηκε την Άργουεν Αντόμιελ στην Πόλη των Βασιλέων τη μέρα του Μεσοκαλόκαιρου και η ιστορία της μακρόχρονης αναμονής και των μόχθων τους ολοκληρώθηκε.
VI
ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ
Όταν οι μέρες της χαράς τέλος πέρασαν, οι Σύντροφοι σκέφτηκαν το γυρισμό στα σπίτια τους. Και ο Φρόντο πήγε στο Βασιλιά εκεί που καθόταν με τη Βασίλισσα Άργουεν πλάι στο σιντριβάνι και τραγουδούσε ένα τραγούδι του Βάλινορ, ενώ το Δέντρο μεγάλωνε και άνθιζε. Καλωσόρισαν το Φρόντο και σηκώθηκαν να τον χαιρετήσουν και ο Άραγκορν είπε:
– Ξέρω τι ήρθες να πεις, Φρόντο – θέλεις να επιστρέψεις στην πατρίδα σου. Λοιπόν, πολύ αγαπημένε φίλε, κάθε δέντρο μεγαλώνει καλύτερα στη γη των προγόνων του· αλλά εσένα όλοι οι τόποι της Δύσης θα σε καλοδέχονται πάντα. Και μόλο που ο λαός σου είχε μικρή θέση στις ιστορίες με τα κατορθώματα των μεγάλων, τώρα θα γίνει πιο ξακουστός από πολλά μεγάλα βασίλεια που δεν υπάρχουν πια.
– Είναι αλήθεια πως θέλω να γυρίσω στο Σάιρ, είπε ο Φρόντο. Πρώτα όμως πρέπει να πάω στο Σκιστό Λαγκάδι. Αλλά, αν λείπει κάτι από μέρες τόσο ευλογημένες, είναι ο Μπίλμπο· και λυπήθηκα όταν είδα πως ανάμεσα σε όλους από το σπιτικό του Έλροντ εκείνος δεν είχε έρθει.
– Και απορείς γι’ αυτό, Δαχτυλιδοκουβαλητή; είπε η Άργουεν. Εσύ ξέρεις τη δύναμη αυτού που καταστράφηκε τώρα· και όλα όσα είχαν γίνει μ’ εκείνη τη δύναμη τώρα φεύγουν. Ο συγγενής σου όμως το είχε στην κατοχή του περισσότερο από σένα· και σε περιμένει, γιατί τώρα δε θα ξανακάνει κανένα μακρινό ταξίδι εκτός από το τελευταίο.
– Τότε σου ζητώ την άδεια να φύγω γρήγορα, είπε ο Φρόντο.
– Θα φύγουμε σε επτά μέρες, είπε ο Άραγκορν. Γιατί θα ταξιδέψουμε μαζί πολύ από το δρόμο, ως τη χώρα του Ρόαν. Σε τρεις μέρες τώρα ο Έομερ θα έρθει εδώ για να πάρει πίσω το Θέοντεν ν’ αναπαυθεί στο Μαρκ κι εμείς θα πάμε μαζί του για να τιμήσουμε τους πεσόντας. Τώρα όμως, πριν φύγεις, θα επιβεβαιώσω αυτά που σου είπε ο Φαραμίρ και θα είσαι για πάντα ελεύθερος να κυκλοφορείς σε όλο το βασίλειο της Γκόντορ· το ίδιο και όλοι οι σύντροφοι σου. Και αν υπήρχαν δώρα να σας δώσω αντάξια των έργων σας να τα παίρνατε· αλλά ό,τι επιθυμήσετε να το πάρετε και θα ταξιδέψετε με τιμές και ντυμένοι σαν πρίγκιπες της χώρας. Αλλά και η Βασίλισσα Άργουεν είπε: