– Εγώ θα σου δώσω ένα δώρο. Γιατί είμαι η κόρη του Έλροντ. Εγώ δε θα πάω μαζί του όταν φύγει για τα Λιμάνια· γιατί εγώ έχω κάνει την εκλογή της Λούθιεν και, όπως αυτή, έτσι κι εγώ έχω διαλέξει το γλυκό με το πικρό μαζί. Αλλά θα πας εσύ στη θέση μου, Δαχτυλιδοκουβαλητή, όταν η ώρα φτάσει και αν το επιθυμείς. Αν τα τραύματά σου εξακολουθούν να σε πονούν και η θύμηση του φορτίου σου σε βαραίνει, τότε μπορείς να πας στη Δύση, ώσπου να γιατρευτούν όλες σου οι πληγές και η κούραση. Τώρα όμως φόρεσε αυτό για να θυμάσαι το Λιθούχο και το Αστρο του Δειλινού, που, μαζί τους, έχει υφανθεί η ζωή σου!
Και πήρε ένα άσπρο πετράδι σαν αστέρι, που κρεμόταν στο στήθος της από μια ασημένια αλυσίδα, και πέρασε την αλυσίδα στο λαιμό του Φρόντο.
– Όταν η μνήμη του φόβου και της σκοτεινιάς σε βασανίζουν, είπε, αυτό θα σου δίνει βοήθεια.
Σε τρεις μέρες, όπως είχε πει ο Βασιλιάς, ήρθε ο Έομερ του Ρόαν στην Πόλη και μαζί του ήρθε μία éored από τους καλύτερους ιππότες του Μαρκ. Τον καλωσόρισαν και όταν κάθισαν όλοι στο τραπέζι στη Μέρεθροντ, τη Μεγάλη Αίθουσα των Συμποσίων, αντίκρισε την ομορφιά των κυριών και γέμισε θαυμασμό. Και πριν πάει να αναπαυθεί, έστειλε και φώναξαν τον Γκίμλι το Νάνο και του είπε;
– Γκίμλι γιε του Γκλόιν, έχεις έτοιμο το τσεκούρι σου;
– Όχι, άρχοντα, είπε ο Γκίμλι, αλλά μπορώ γρήγορα να το φέρω, αν υπάρχει ανάγκη.
– Εσύ θα κρίνεις, είπε ο Έομερ. Γιατί υπάρχουν ακόμα κάτι απερίσκεπτες κουβέντες ανάμεσά μας σχετικά με την Αρχόντισσα του Χρυσαφένιου Δάσους. Και τώρα την έχω δει με τα μάτια μου.
– Λοιπόν, άρχοντα, είπε ο Γκίμλι, και τι λες τώρα;
– Αλίμονο! είπε ο Έομερ. Δε θα πω πως είναι η ωραιότερη κυρά που υπάρχει.
– Τότε, πρέπει να πάω για το τσεκούρι μου, είπε ο Γκίμλι.
– Πρώτα, όμως, πρέπει να δώσω μια εξήγηση, είπε ο Έομερ. Εάν την είχα δει σε διαφορετική συντροφιά, θα είχα πει όλα όσα θα ’θελες ν’ ακούσεις. Τώρα όμως θα βάλω τη Βασίλισσα Άργουεν Το Αστέρι του Δειλινού πρώτη και είμαι έτοιμος να πολεμήσω μ’ όποιον μου το αρνηθεί. Να πω να μου φέρουν το σπαθί μου; Ο Γκίμλι τότε υποκλίθηκε βαθιά.
– Όχι, από εμένα είσαι συγχωρεμένος, άρχοντα, είπε. Έχεις διαλέξει το Δειλινό· ενώ η δική μου αγάπη είναι δοσμένη στο Πρωινό. Και η καρδιά μου προαισθάνεται πως αυτό γρήγορα θα φύγει για πάντα.
Τέλος, έφτασε η μέρα που θα αναχωρούσαν και μια μεγάλη κι όμορφη ομάδα ετοιμάστηκε ν’ αφήσει την Πόλη με κατεύθυνση το βοριά. Τότε οι βασιλιάδες της Γκόντορ και του Ρόαν πήγαν στα Ιερά των Νεκρών, στους τάφους της Ραθ Ντίνεν και πήραν το Βασιλιά Θέοντεν πάνω σε χρυσή νεκροφόρα και διέσχισαν την Πόλη σιωπηλά. Έπειτα έβαλαν το φορείο σ’ ένα μεγάλο αμάξι με Καβαλάρηδες του Ρόαν ολόγυρα και το λάβαρο του να προπορεύεται· και ο Μέρι, επειδή ήταν ο ιπποκόμος του Θέοντεν, πήγαινε πάνω στην άμαξα κρατώντας τα όπλα του βασιλιά.
Για τους άλλους Συντρόφους βρέθηκαν άλογα σύμφωνα με το ύψος τους· ο Φρόντο και ο Σάμγουάιζ προχωρούσαν στο πλευρό του Άραγκορν, ο Γκάνταλφ ίππευε τον Ίσκιο και ο Πίπιν πήγαινε με τους ιππότες της Γκόντορ· κι ο Λέγκολας με τον Γκίμλι πήγαιναν όπως πάντα μαζί πάνω στον Άροντ.
Μαζί τους πήγαιναν επίσης η Βασίλισσα Άργουεν, ο Σέλεμπορν και η Γκαλάντριελ με τους δικούς τους και ο Έλροντ με τους γιους του’ και οι πρίγκιπες του Ντολ Άμροθ και του Ιθίλιεν και πολλοί αξιωματικοί και ιππότες. Ποτέ δεν είχε βασιλιάς του Μαρκ τέτοια ακολουθία στο δρόμο σαν κι αυτή που συνόδευε το Θέοντεν το γιο του Θένγκελ στη γη της πατρίδας του.
Χωρίς να βιάζονται και ειρηνικά μπήκαν στο Ανόριεν και έφτασαν στο Γκρίζο Δάσος κάτω από το Άμον Ντιν κι εκεί άκουσαν ένα θόρυβο λες και χτυπούσαν τύμπανα στους λόφους, αν και δε φαινόταν κανένα ζωντανό πλάσμα. Τότε ο Άραγκορν άφησε τις σάλπιγγες να ηχήσουν και οι αγγελιαφόροι φώναξαν:
– Ιδού, ήρθε ο Βασιλιάς Ελέσαρ. Το Δάσος του Ντρούανταν το δίνει στον Γκαν-μπούρι-γκαν και στο λαό του, δικό τους για πάντα· και από δω και στο εξής κανένας δε θα μπαίνει χωρίς την άδειά τους!
Τότε τα τύμπανα αντήχησαν δυνατά και ύστερα σώπασαν.
Τέλος, ύστερα από ταξίδι δεκαπέντε ημερών η άμαξα του Βασιλιά Θέοντεν πέρασε τα πράσινα λιβάδια του Ρόαν και έφτασε στο Έντορας· κι εκεί ξεκουράστηκαν όλοι. Η Χρυσαφένια Αίθουσα ήταν στολισμένη με όμορφα παραπετάσματα και ήταν γεμάτη φως· κι εκεί έγινε το μεγαλύτερο συμπόσιο που είχε ποτέ της δει από τότε που την είχαν χτίσει. Και ύστερα από τρεις μέρες οι Άντρες του Μαρκ ετοίμασαν την κηδεία του Θέοντεν και τον τοποθέτησαν σ’ ένα πέτρινο σπίτι μαζί με τα όπλα του και πολλά άλλα όμορφα πράγματα που ήταν δικά του και από πάνω του ύψωσαν ένα μεγάλο γήλοφο που τον σκέπασαν με πρασινάδες και λευκά μη-με-λησμόνει. Και τώρα υψώνονταν οκτώ γήλοφοι στην ανατολική πλευρά του Πεδίου των Τύμβων.