Όταν τελείωσε το δείπνο, όσοι ήταν να φύγουν αποχαιρέτισαν το Βασιλιά Έομερ. Ο Άραγκορν με τους ιππότες του και όσοι ήταν από το Λόριεν και το Σκιστό Λαγκάδι ετοίμασαν τ’ άλογά τους· ο Φαραμίρ όμως και ο Ιμραχίλ έμειναν στο Έντορας· έμεινε επίσης η Άργουεν το Άστρο του Δειλινού κι έτσι αποχαιρέτισε τους δικούς της. Κανείς δεν είδε την τελευταία της συνάντηση με τον πατέρα της τον Έλροντ, γιατί ανηφόρισαν κατά τους λόφους κι εκεί κουβέντιασαν για πολλή ώρα μαζί και ήταν πικρός ο χωρισμός τους, γιατί θα κρατούσε κι ύστερα απ’ το τέλος του κόσμου.
Και, τέλος, πριν ξεκινήσουν οι ξένοι, ο Έομερ και η Έογουιν πήγαν στο Μέρι και είπαν:
– Έχε γεια τώρα, Μέριαντοκ του Σάιρ και Οινοκράτη του Μαρκ! Πήγαινε κι ας είναι η τύχη σου καλή κι έλα πίσω γρήγορα να σε καλωσορίσουμε πάλι!
Και ο Έομερ είπε:
– Οι βασιλιάδες του παλιού καιρού θα σε φόρτωναν δώρα που μια άμαξα δε θα ’φτανε να τα κουβαλήσει για τις ανδραγαθίες σου στο πεδίο της μάχης του Μούντμπουργκ· κι όμως εσύ δε θέλεις να πάρεις τίποτα, λες, εκτός από τα όπλα που σου έχουν δοθεί. Μ’ αυτό συμβιβάζομαι, γιατί στ’ αλήθεια δεν έχω δώρο αντάξιό σου· η αδελφή μου όμως σε παρακαλεί να δεχθείς αυτό το μικρό πράγμα, σαν ενθύμιο του Ντέρνχελμ και του ήχου από τα βούκινα του Μαρκ στον ερχομό του πρωινού.
Τότε η Έογουιν έδωσε στο Μέρι ένα αρχαίο βούκινο, μικρό αλλά καλοδουλεμένο από όμορφο ασήμι, μαζί με μία ποικιλμένη πράσινη ζώνη· και οι τεχνίτες είχαν σκαλίσει πάνω του γρήγορους καβαλάρηδες να τρέχουν στη σειρά από την κορφή ως το στόμιο· και είχε γραμμένα ρουνικά που του έδιναν μεγάλη δύναμη.
– Αυτό είναι κειμήλιο του σπιτιού μας, είπε η Έογουιν. Το είχαν φτιάξει Νάνοι και προέρχεται από το θησαυρό του Δράκοντα Σκάθα. Ο Έορλ ο Νεαρός το έφερε από το Βορρά. Όποιος το σαλπίζει, όταν βρίσκεται σε ανάγκη, βάζει τον τρόμο στις καρδιές των εχθρών του και τη χαρά στις καρδιές των φίλων του, που θα τον ακούσουν και θα τρέξουν κοντά του.
Τότε ο Μέρι πήρε το βούκινο, γιατί ήταν αδύνατον να το αρνηθεί, και φίλησε το χέρι της Έογουιν κι εκείνοι τον αγκάλιασαν κι έτσι χώρισαν για κείνη τη φορά.
Τώρα οι ξένοι ήταν έτοιμοι και ήπιαν το ποτήρι του αναβολέα και με πολλά παινέματα και φιλικά αισθήματα έφυγαν κι έφτασαν τέλος στο Φαράγγι του Χελμ κι εκεί ξεκουράστηκαν δυο μέρες. Τότε ο Λέγκολας ξεπλήρωσε την υπόσχεσή του στον Γκίμλι και πήγαν στις Αστραφτερές Σπηλιές· και όταν γύρισαν έμεινε σιωπηλός και έλεγε μόνο πως μονάχα ο Γκίμλι μπορούσε να βρει λόγια αντάξια τους.
– Και ποτέ ως τώρα δεν έχει κερδίσει Νάνος Ξωτικό σε διαγωνισμό με λόγια, είπε. Γι’ αυτό τώρα πάμε στο Φάνγκορν για να έρθουμε ισόπαλοι!
Από το Λαγκάδι του Λημεριού πήγαν στο Ίσενγκαρντ και είδαν πώς είχαν δουλέψει οι Εντ. Όλος ο πέτρινος δακτύλιος είχε κατεδαφιστεί και απομακρυνθεί και ο εσωτερικός χώρος είχε γίνει κήπος γεμάτος οπωροφόρα και καλλωπιστικά δέντρα που τον διέσχιζε ένα ρυάκι· αλλά στη μέση είχε μια λίμνη με ολοκάθαρο νερό κι εκεί μέσα εξακολουθούσε να υψώνεται ο Πύργος του Όρθανκ, ψηλός κι απόρθητος με το μαύρο βράχο του να καθρεφτίζεται στο νερό της λίμνης.
Για λίγο οι ταξιδιώτες κάθισαν εκεί που κάποτε στέκονταν οι πύλες του Ίσενγκαρντ και που τώρα είχε δυο ψηλά δέντρα σαν φρουρούς στην αρχή ενός δρομάκου προς το Όρθανκ, που τον πλαισίωναν πρασινάδες· και κοίταζαν γεμάτοι θαυμασμό τη δουλειά που είχε γίνει, αλλά δεν μπορούσαν να δουν κανένα ζωντανό πλάσμα ούτε μακριά ούτε κοντά. Σε λίγο όμως άκουσαν μια φωνή να φωνάζει χουμ-χομ, χοομ-χομ· και φάνηκε ο Δεντρογένης να κατηφορίζει δρασκελίζοντας το δρομάκι με τον Αστραπή στο πλευρό του.
– Καλώς ήρθατε στο Δεντρόκηπο του Όρθανκ! είπε. Ήξερα ότι ερχόσασταν, αλλά είχα δουλειά στην κοιλάδα ψηλά· έχει πολλά να γίνουν ακόμα. Ούτε κι εσείς όμως δε μείνατε αργοί εκεί μακριά στο νοτιά και στην ανατολή, απ’ ό,τι ακούω· και όλα όσα ακούω είναι καλά, πολύ καλά.
Έπειτα ο Δεντρογένης παίνεσε όλα τους τα κατορθώματα, που φαινόταν να τα ξέρει πολύ καλά· και τέλος σταμάτησε και κοίταξε για πολλή ώρα τον Γκάνταλφ.
– Λοιπόν, έλα τώρα! είπε. Αποδείχθηκες ο πιο ισχυρός και όλοι σου οι κόποι πήγαν καλά. Τώρα πού πηγαίνεις: Και γιατί έρχεσαι εδώ;
– Για να δω πώς πάει η δουλειά σου, φίλε μου, είπε ο Γκάνταλφ, και να σ’ ευχαριστήσω για τη βοήθειά σου σε όλα όσα έχουμε κατορθώσει.
– Χουμ, ναι, δίκιο έχεις, είπε ο Δεντρογένης· γιατί σίγουρα οι Εντ έπαιξαν το ρόλο τους. Κι όχι μόνο αναλαμβάνοντας αυτόν, χουμ, αυτόν τον καταραμένο δεντροφονιά που κατοικούσε εδώ. Γιατί είχαμε μεγάλη εισβολή από εκείνους, burárum, εκείνους τους βρομομάτηδες, μαυροχέρηδες, στραβοκάνηδες, σκληρόκαρδους, γαμψονύχηδες, βρο-μοκοίληδες, αιμοβόρους, morimaitesincahonda, hoom, λοιπόν, μιας και είστε βιαστικοί και ολόκληρο τ’ όνομά τους είναι τόσο μακρύ όσο χρόνια Βασανιστηρίων, εκείνα τα παράσιτα τους ορκ’ και ήρθαν περνώντας τον Ποταμό και κατεβαίνοντας από το Βοριά κι ολόγυρα από το δάσος του Laurelindórenan, που μέσα του δεν μπόρεσαν να μπουν, «ς είναι καλά οι Μεγάλοι που ζουν σ’ αυτό.