Υποκλίθηκε στον Άρχοντα και στην Αρχόντισσα του Λόριεν.
– Κι αυτά τα ίδια τα βρομερά πλάσματα έμειναν κατάπληκτα που μας βρήκαν έξω στον Κάμπο, γιατί δε μας είχαν ποτέ ακουστά· αν κι αυτό μπορούμε να το πούμε και για άλλους καλύτερους λαούς. Και δε θα μας θυμούνται και πολλοί, γιατί ελάχιστοι μας ξέφυγαν ζωντανοί κι απ’ αυτούς τους περισσότερους τους πήρε το Ποτάμι. Αλλά αυτό σας βγήκε σε καλό, γιατί αν δε μας είχαν συναντήσει, τότε ο βασιλιάς της χώρας με το πολύ χορτάρι δε θα είχε πάει μακριά, αλλά, ακόμα κι αν είχε, δε θα έβρισκε σπίτι στο γυρισμό.
– Εμείς το ξέρουμε πολύ καλά, είπε ο Άραγκορν, και ποτέ δε θα το λησμονήσουμε στη Μίνας Τίριθ ή στο Έντορας.
– Ποτέ είναι πολύ μεγάλη λέξη ακόμα και για μένα, είπε ο Δεντρογένης. Ποτέ όσο τα βασίλειά σας θα υπάρχουν, θέλεις να πεις· αλλά θα πρέπει να διατηρηθούν πάρα πολύ στ’ αλήθεια για να φανεί πολύ στους Εντ.
– Η Καινούρια Εποχή αρχίζει, είπε ο Γκάνταλφ, και σ’ αυτή την εποχή μπορεί ν’ αποδειχθεί ότι τα βασίλεια των Ανθρώπων θα διατηρηθούν περισσότερο από σένα, φίλε μου Φάνγκορν. Έλα όμως τώρα πες μου: τι έκανες με το έργο που σου ανέθεσα; Τι κάνει ο Σάρουμαν; Δεν το βαρέθηκε ακόμα το Όρθανκ; Γιατί, δε νομίζω πως θα σκεφθεί πως έχεις βελτιώσει τη θέα απ’ τα παράθυρά του.
Ο Δεντρογένης έριξε μια μεγάλη ματιά στον Γκάνταλφ, μια ματιά σχεδόν πονηρή, έκανε τη σκέψη ο Μέρι.
– Α! είπε. Το περίμενα πως θα ερχόσουν σ’ αυτό. Αν βαρέθηκε το Όρθανκ; Το παραβαρέθηκε στο τέλος· αλλά δε βαρέθηκε τόσο τον πύργο του, όσο βαρέθηκε τη φωνή μου. Χουμ! Του είπα κάτι μεγάλες ιστορίες ή τουλάχιστον τέτοιες που να μπορούν να θεωρηθούν μεγάλες στη γλώσσα σας.
– Τότε, γιατί καθόταν και τις άκουγε; Μπήκες στο Όρθανκ; ρώτησε ο Γκάνταλφ.
– Χουμ, όχι, όχι στο Όρθανκ! είπε ο Δεντρογένης. Αυτός όμως ερχόταν στο παράθυρό του κι άκουγε, γιατί δεν μπορούσε να μάθει νέα με άλλον τρόπο και, μόλο που δεν του άρεσαν τα νέα, διψούσε να τα μάθει· κι εγώ φρόντισα να τα μάθει όλα. Αλλά εγώ πρόσθεσα πάρα πολλά πράγματα στα νέα που του έκανε καλό να τα συλλογίζεται. Βαρέθηκε πάρα πολύ. Πάντα ήταν βιαστικός. Αυτό ήταν η καταστροφή του.
– Παρατηρώ, καλέ μου Φάνγκορν, είπε ο Γκάνταλφ, ότι με μεγάλη προσοχή αναφέρεις πως κατοικούσε, ήταν, βαρέθηκε. Το είναι πού πήγε; Είναι νεκρός;
– Όχι, όχι νεκρός, απ’ όσο ξέρω, είπε ο Δεντρογένης. Αλλά έχει φύγει. Ναι, έχει φύγει εδώ και επτά μέρες. Εγώ τον άφησα να φύγει. Δεν είχε μείνει σχεδόν τίποτα από τον παλιό του εαυτό, όταν σύρθηκε έξω και, όσο για κείνο το σκουληκο-πλάσμα του, ήταν σαν ξεθωριασμένη σκιά. Μη μου πεις τώρα, Γκάνταλφ, ότι υποσχέθηκα να τον προσέχω, γιατί το ξέρω. Τα πράγματα όμως έχουν αλλάξει από τότε. Και τον κράτησα ώσπου να είναι σίγουρος, σίγουρος πως δε θα κάνει άλλο κακό. Θα πρέπει να ξέρεις πως, πάνω απ’ όλα, μισώ να φυλακίζονται πλάσματα ζωντανά και πως δε θα κρατήσω φυλακισμένα ακόμα και τέτοιου είδους πλάσματα, παρά σε μεγάλη ανάγκη. Ένα φίδι χωρίς τις δαγκάνες του ας πάει όπου θέλει.
– Μπορεί και να έχεις δίκιο, είπε ο Γκάνταλφ· σ’ αυτό όμως το φίδι είχε απομείνει ένα δόντι ακόμα, νομίζω. Είχε το δηλητήριο της φωνής του και υποπτεύομαι ότι σε έπεισε, ακόμα κι εσένα, Δεντρογένη, γιατί ήξερε το ευάλωτο σημείο της καρδιάς σου. Τέλος πάντων, αφού έφυγε, δεν υπάρχει λόγος να το συζητάμε. Ο Πύργος όμως του Όρθανκ τώρα επανέρχεται στο Βασιλιά, στον οποίον και ανήκει. Αν και ίσως δε θα τον χρειαστεί,
– Αυτό θα φανεί αργότερα, είπε ο Άραγκορν. Θα δώσω όμως στους Εντ όλη αυτή την κοιλάδα να την κάνουν ό,τι θέλουν, εφόσον θα προσέχουν το Όρθανκ και θα έχουν το νου τους να μην μπει κανένας μέσα χωρίς την άδειά μου.
– Είναι κλειδωμένο, είπε ο Δεντρογένης. Έβαλα το Σάρουμαν να το κλειδώσει και να μου δώσει τα κλειδιά. Τα έχει ο Αστραπής.
Ο Αστραπής υποκλίθηκε σαν δέντρο που το λυγίζει ο άνεμος και έδωσε στον Άραγκορν δύο μεγάλα μαύρα κλειδιά με πολύπλοκο σχήμα, περασμένα σ’ έναν ατσάλινο κρίκο.
– Τώρα σας ευχαριστώ για άλλη μία φορά, είπε ο Άραγκορν, και σας αποχαιρετώ. Εύχομαι το δάσος σας να μεγαλώνει πάλι ειρηνικά. Όταν γεμίσει αυτή η κοιλάδα, υπάρχει άφθονος χώρος δυτικά από τα βουνά, εκεί που κάποτε ζούσατε παλιά.
Το πρόσωπο του Δεντρογένη σκυθρώπιασε.