– Τα μεγάλα δάση μπορεί να μεγαλώνουν, είπε. Τα μικρά δάση μπορεί να απλώνονται. Όχι όμως και οι Εντ. Δεν υπάρχουν παιδιά Εντ.
– Τώρα όμως μπορεί να υπάρχουν περισσότερες ελπίδες στην έρευνά σας, είπε ο Άραγκορν. Οι ανατολικές περιοχές, που για πολύν καιρό ήταν απρόσιτες, τώρα θα σας είναι προσιτές.
Ο Δεντρογένης όμως κούνησε αρνητικά το κεφάλι του και είπε:
– Είναι πολύ μακριά για να πάμε. Και υπάρχουν πάρα πολλοί Άνθρωποι τις μέρες τούτες. Αλλά ξεχνώ τους καλούς μου τρόπους! Θα μείνετε εδώ να ξεκουραστείτε λιγάκι; Και ίσως μερικοί από σας να ευχαριστηθούν να περάσουν μέσα από το Δάσος του Φάνγκορν κι έτσι να συντομεύσουν το δρόμο της επιστροφής τους;
Κοίταξε το Σέλεμπορν και την Γκαλάντριελ.
Όλοι όμως, εκτός από το Λέγκολας, είπαν πως έπρεπε τώρα ν’ αποχαιρετιστούν και να φύγουν, είτε για το νοτιά είτε για τη δύση.
– Έλα, Γκίμλι! είπε ο Λέγκολας. Τώρα, με την άδεια του Φάνγκορν, θα επισκεφθώ τα βάθη του Δάσους των Εντ και θα δω δέντρα που δεν υπάρχουν πουθενά αλλού στη Μέση-γη. Κι εσύ θα ’ρθεις μαζί μου για να κρατήσεις το λόγο σου· κι έτσι θα συνεχίσουμε το ταξίδι μαζί για τις πατρίδες μας στο Δάσος της Σκοτεινιάς και πιο πέρα.
Ο Γκίμλι συμφώνησε μ’ αυτά, αν κι όχι με μεγάλη χαρά, φαινομενικά.
– Εδώ, λοιπόν, επιτέλους έφτασε το τέλος της Συντροφιάς του Δαχτυλιδιού, είπε ο Άραγκορν. Ελπίζω όμως πως δε θ’ αργήσετε να ξανάρθετε στη χώρα μου με τη βοήθεια που υποσχεθήκατε.
– Θα ’ρθούμε, αν το επιτρέψουν οι άρχοντές μας, είπε ο Γκίμλι. Λοιπόν, σας αποχαιρετώ, καλοί μου χόμπιτ! Θα πρέπει να φτάσετε ασφαλείς τώρα στα σπίτια σας κι εγώ δε θα μένω ξάγρυπνος από το φόβο για τους κινδύνους που διατρέχετε. Θα στείλουμε μήνυμα, όταν μπορέσουμε, και μερικοί από εμάς μπορεί και να συναντηθούμε καμιά φορά· φοβάμαι όμως πως ποτέ πια δε θα βρεθούμε όλοι μαζί.
Τότε ο Δεντρογένης αποχαιρέτισε έναν έναν με τη σειρά και υποκλίθηκε τρεις φορές αργά και με μεγάλο σεβασμό στο Σέλεμπορν και στην Γκαλάντριελ.
– Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που συναντηθήκαμε με τα δέντρα και τις πέτρες, A vanimar, vanimálion nostari! είπε. Είναι λυπηρό που ανταμώνουμε έτσι μόνο στο τέλος. Γιατί ο κόσμος αλλάζει: το νιώθω στο νερό, το αισθάνομαι στη γη και το μυρίζω στον αέρα. Δε νομίζω πως θ’ ανταμώσουμε ξανά.
Και ο Σέλεμπορν είπε:
– Δεν ξέρω, Γηραιότατε. Η Γκαλάντριελ όμως είπε:
– Όχι στη Μέση-γη, ούτε ώσπου οι τόποι που βρίσκονται κάτω από τα κύματα να υψωθούν ξανά. Τότε όμως στα λιβάδια με τις ιτιές του Τανσάριναν μπορεί ν’ ανταμώσουμε την Άνοιξη. Έχε γεια!
Τελευταίοι απ’ όλους ο Μέρι και ο Πίπιν αποχαιρέτισαν το γερο-Εντ κι εκείνου η διάθεση έφτιαξε σαν τους είδε.
– Λοιπόν, γελαστά μου ανθρωπάκια, είπε, θα πιείτε άλλο ένα ποτό μαζί μου πριν φύγετε;
– Και βέβαια θα πιούμε, είπαν.
Κι αυτός τους πήρε κατά μέρος στον ίσκιο ενός δέντρου κι εκεί είδαν πως είχε ένα μεγάλο πέτρινο πιθάρι. Και ο Δεντρογένης γέμισε τρεις κούπες και ήπιαν και είδαν τα παράξενα μάτια του να τους κοιτάζουν πάνω από την κούπα του.
– Προσέξτε, προσέξτε! είπε. Γιατί έχετε κιόλας ψηλώσει από τότε που σας είδα για τελευταία φορά.
Και γελώντας άδειασαν τις κούπες τους.
– Λοιπόν, έχετε γεια! είπε. Και μην ξεχάσετε να με ειδοποιήσετε, αν μάθετε κανένα νέο για τις γυναίκες μας στη χώρα σας.
Ύστερα αποχαιρέτισε κουνώντας τα μεγάλα του χέρια όλη την ομάδα και χάθηκε μέσα στα δέντρα.
Οι ταξιδιώτες πήγαιναν τώρα με μεγαλύτερη ταχύτητα και τράβηξαν κατά το Πέρασμα του Ρόαν και ο Άραγκορν τους αποχαιρέτισε τέλος κοντά στο μέρος που ο Πίπιν είχε κοιτάξει στη Σφαίρα του Όρθανκ. Οι Χόμπιτ λυπήθηκαν μ’ αυτόν το χωρισμό· γιατί ο Άραγκορν ποτέ δεν είχε λείψει απ’ το πλευρό τους και ήταν ο οδηγός τους μέσ’ από πολλούς κινδύνους.
– Μακάρι να είχαμε μια Σφαίρα για να μπορούσαμε να βλέπουμε όλους τους φίλους μας μέσα της, είπε ο Πίπιν, και να μπορούσαμε να τους μιλάμε από μακριά!
– Μόνο μία μένει τώρα που θα μπορούσες να χρησιμοποιήσεις, απάντησε ο Άραγκορν γιατί δε θα ’θελες να δεις τι θα σου έδειχνε η Πέτρινη Σφαίρα της Μίνας Τίριθ. Το Παλαντίρ όμως του Όρθανκ θα το κρατήσει ο Βασιλιάς, για να βλέπει τι γίνεται στην επικράτειά του και τι κάνουν αυτοί που τον υπηρετούν. Γιατί μην ξεχνάς, Πέρεγκριν Τουκ, πως είσαι ιππότης της Γκόντορ και δε σε απαλλάσσω απ’ τα καθήκοντά σου. Τώρα φεύγεις με άδεια, μπορεί όμως να σ’ ανακαλέσω. Και να θυμάστε, αγαπημένοι μου φίλοι από το Σάιρ, πως η επικράτειά μου απλώνεται και στο Βοριά και θα έρθω κι εκεί μια μέρα.
Έπειτα ο Άραγκορν αποχαιρέτισε το Σέλεμπορν και την Γκαλάντριελ· και η Αρχόντισσα του είπε:
– Λιθούχε, μέσ’ απ’ το σκοτάδι έφτασες την ελπίδα σου και τώρα έχεις ό,τι επιθυμείς. Χρησιμοποίησε καλά τον καιρό σου!