Выбрать главу

Ο Σαμ γύρισε από την άλλη μεριά κι αναστέναξε:

– Μακάρι να γύριζα κι εγώ στο Λόριεν!

Και τέλος ένα βράδυ έφτασαν διασχίζοντας τους ψηλούς χερσότοπους, ξαφνικά όπως πάντα φαίνεται στους ταξιδιώτες, στην άκρη της βαθιάς Κοιλάδας του Σκιστού Λαγκαδιού και είδαν κάτω μακριά τα φώτα να λάμπουν στο σπίτι του Έλροντ. Και κατέβηκαν κάτω, πέρασαν τη γέφυρα κι έφτασαν στην πόρτα· και το σπίτι ήταν γεμάτο φως και τραγούδια από χαρά για το γυρισμό του Έλροντ.

Πρώτα πρώτα, πριν φάνε ή πλυθούν, πριν καν βγάλουν τις κάπες τους, οι χόμπιτ πήγαν να βρουν τον Μπίλμπο. Τον βρήκαν ολομόναχο στο δωματιάκι του. Ήταν γεμάτο με χαρτιά, πένες και μολύβια· ο Μπίλμπο όμως καθόταν σε μια καρέκλα μπροστά σε μια μικρή ζωηρή φωτιά. Έδειχνε πολύ γέρος, αλλά ειρηνικός και νυσταγμένος. Άνοιξε τα μάτια του και κοίταξε καθώς μπήκαν μέσα.

Γεια σας, γεια σας! είπε. Ώστε γυρίσατε, λοιπόν; Και αύριο μάλιστα είναι και τα γενέθλιά μου. Πολύ έξυπνο εκ μέρους σας! Το ξέρετε πως γίνομαι εκατόν είκοσι εννέα; Και σε ένα χρόνο ακόμη, αν μ’ αφήσουν, θα φτάσω το Γέρο Τουκ. Θα ήθελα να τον ξεπεράσω· θα δούμε όμως.

Μι;τά τη γιορτή των γενεθλίων του Μπίλμπο οι τέσσερις χόμπιτ έμειναν στο Σκιστό Λαγκάδι για αρκετές μέρες και έκαναν πολλή παρέα με το γερο-φίλο τους, που περνούσε τώρα τις περισσότερες ώρες του στο δωμάτιο του, εκτός από τις ώρες των γευμάτων. Σ’ αυτά ήταν κατά κανόνα πάντα στην ώρα του και σπάνια δεν ξυπνούσε εγκαίρως για να προφτάσει. Καθισμένοι ολόγυρα στη φωτιά τού είπαν με τη σειρά όλα όσα μπορούσαν να θυμηθούν από τα ταξίδια και τις περιπέ-π:κ:ς τους. Στην αρχή έκανε πως κρατούσε σημειώσεις· συχνά όμως τον έπαιρνε ο ύπνος· κι όταν ξυπνούσε έλεγε: «Πολύ ωραία! Καταπληκτικά! Πού μείναμε;» Τότε συνέχιζαν τη διήγηση από κει που είχε αρχίσει να κουτουλάει από τη νύστα.

Το μόνο σημείο που φαινόταν πραγματικά να τον ξυπνά και να του κρατά το ενδιαφέρον ήταν η διήγηση της στέψης και του γάμου του Άραγκορν.

– Φυσικά, με κάλεσαν στο γάμο, είπε. Και τον περίμενα για αρκετό καιρό. Κάπως όμως, όταν έφτασε η ώρα, ανακάλυψα πως είχα πολλά να κάνω εδώ· και είναι μεγάλη φασαρία να φτιάχνεις βαλίτσες.

Όταν είχε σχεδόν περάσει ένα δεκαπενθήμερο ο Φρόντο κοίταξε από το παράθυρό του και είδε πως είχε πέσει παγωνιά τη νύχτα και οι ιστοί από τις αράχνες έμοιαζαν σαν άσπρα δίχτυα. Τότε, ξαφνικά, κατάλαβε ότι έπρεπε να φύγει και να πει αντίο στον Μπίλμπο. Ο καιρός εξακολουθούσε να είναι ήσυχος και καλός, ύστερα από ένα από τα ωραιότερα καλοκαίρια που μπορούσαν να θυμηθούν οι άνθρωποι· όμως ο Οκτώβριος είχε έρθει και ο καιρός γρήγορα θα χαλούσε και θα ’πιαναν βροχές και άνεμοι ξανά. Και είχαν ακόμη πολύ δρόμο να κάνουν. Δεν ήταν όμως η σκέψη του καιρού στ’ αλήθεια που τον είχε κινητοποιήσει. Είχε ένα αίσθημα πως ήταν καιρός να γυρίσει πίσω στο Σάιρ. Ο Σαμ ένιωθε το ίδιο. Το προηγούμενο ακριβώς βράδυ είχε πει:

– Λοιπόν, κύριε Φρόντο, πήγαμε μακριά και είδαμε πολλά κι όμως δε νομίζω πως έχουμε βρει καλύτερο μέρος απ’ αυτό. Έχει κάτι απ’ όλα εδώ, αν με καταλαβαίνεις – από το Σάιρ και το Χρυσαφένιο Δάσος, από την Γκόντορ και τα σπίτια των βασιλιάδων και από τα πανδοχεία, τα λιβάδια και τα βουνά όλα μαζί. Κάπως, όμως, νιώθω πως πρέπει γρήγορα να φύγουμε, Νοιάζομαι για το γέρο μου, για να λέω την αλήθεια.

– Ναι, κάτι απ’ όλα, Σαμ, εκτός από τη θάλασσα, είχε απαντήσει ο Φρόντο· και το επανέλαβε τώρα στον εαυτό του: «Εκτός από τη θάλασσα».

Εκείνη την ημέρα ο Φρόντο μίλησε στον Έλροντ και συμφωνήθηκε να φύγουν το άλλο πρωί. Για μεγάλη τους χαρά ο Γκάνταλφ είπε:

– Μου φαίνεται πως θά ’ρθω κι εγώ. Τουλάχιστον ως το Μπρι. Θέλω να δω το Βουτυράτο.

Το βράδυ πήγαν κι αποχαιρέτισαν τον Μπίλμπο.

– Λοιπόν, αν πρέπει να φύγετε, φύγετε, είπε. Λυπάμαι, θα μου λείψετε. Είναι όμορφο και το να ξέρω απλώς πως βρισκόσαστε κάπου εδώ γύρω. Αλλά νυστάζω όλο και περισσότερο.

Έπειτα πήγε να δώσει στο Φρόντο τον αλυσιδωτό του θώρακα από μίθριλ και το Κεντρί, ξεχνώντας πως του τα ’χε κιόλας δώσει· και του έδωσε επίσης τρία βιβλία με παραδόσεις που είχε γράψει κατά καιρούς – γραμμένα με το γραφικό του χαρακτήρα που θύμιζε αράχνη -και με ετικέτες στην κόκκινη ράχη τους: Μεταφράσεις από τη Γλώσσα των Ξωτικών, από τον Μπ. Μπ.

Στο Σαμ έδωσε ένα μικρό σακουλάκι χρυσάφι.

– Είναι σχεδόν το τελευταίο απ’ τον καιρό του Νοσφιστή, είπε. Μπορεί να το χρειαστείς, αν μάλιστα σκέπτεσαι να παντρευτείς, Σαμ.

Ο Σαμ κοκκίνισε.