Выбрать главу

– Δεν έχω τίποτα σπουδαίο να σας δώσω, νεαροί μου, είπε στο Μέρι και στον Πίπιν, εκτός από καλές συμβουλές.

Και αφού τους έδωσε αρκετές απ’ αυτές, πρόσθεσε και μια τελευταία που θύμιζε το Σάιρ.

– Μην αφήσετε τα μυαλά σας να φουσκώσουν και τα κεφάλια σας να μη χωρούν στα καπέλα σας! Αλλά, αν τώρα γρήγορα δε σταματήσετε να ψηλώνετε, τα καπέλα και τα ρούχα θα σας στοιχίζουν πολλά.

– Αλλά αν θέλεις να ξεπεράσεις το Γέρο Τουκ, είπε ο Πίπιν, δε βλέπω γιατί εμείς δεν πρέπει να προσπαθήσουμε να ξεπεράσουμε το Βροντόγλωσσο.

Ο Μπίλμπο γέλασε και από μια τσέπη έβγαλε δύο πολύ ωραίες πίπες με φιλντισένια επιστόμια και δεμένες με λεπτοδουλεμένο ασήμι.

– Να με θυμάστε όταν τις χρησιμοποιείτε! είπε. Μου τις έφτιαξαν τα Ξωτικά, αλλά εγώ τώρα δεν καπνίζω.

Και ύστερα ξαφνικά χαμήλωσε το κεφάλι και πήρε έναν υπνάκο· και όταν ξύπνησε πάλι είπε:

– Πού μείναμε; Ναι, φυσικά, στα δώρα. Και τώρα που το θυμήθηκα τι έγινε το δαχτυλίδι μου, Φρόντο, που μου το ’χες πάρει; Το έχασα, καλέ μου Μπίλμπο, είπε ο Φρόντο. Το ξεφορτώθηκα, ξέρεις.

Τι κρίμα! είπε ο Μπίλμπο. Θα ’θελα να το ξανάβλεπα. Όχι όμως, τι ανόητος που είμαι! Γι’ αυτό δεν έφυγες – να το ξεφορτωθείς; Είναι όμως όλα τόσο μπερδεμένα, γιατί ένα σωρό άλλα πράγματα βγήκαν στη μέση – οι υποθέσεις του Άραγκορν, το Λευκό Συμβούλιο, η Γκόντορ, οι Καβαλάρηδες, οι Νότιοι και οι ολίφαντες – στ’ αλήθεια είδες ένα, Σαμ; – και σπηλιές και πύργοι και χρυσαφένια δέντρα και ποιος ξέρει και τι άλλα ακόμα.

»Κατά τα φαινόμενα εγώ επέστρεψα απ’ το ταξίδι μου από πολύ ίσιο δρόμο. Νομίζω ότι ο Γκάνταλφ θα μπορούσε να μου έδειχνε και μερικά άλλα πράγματα. Σ’ εκείνη την περίπτωση όμως θα είχε τελειώσει ο πλειστηριασμός πριν επιστρέψω και τότε θα είχα περισσότερους μπελάδες απ’ όσους βρήκα. Πάντως, τώρα είναι πολύ αργά· και στ’ αλήθεια νομίζω πως είναι πολύ πιο ξεκούραστα να κάθομαι εδώ και να τ’ ακούω όλα. Η φωτιά είναι όμορφη εδώ και το φαγητό πολύ καλό και έχει και Ξωτικά όταν θέλεις. Τι άλλο περισσότερο να χρειαστεί κάνας;

Χωρίς σταματημό ο Δρόμος όλο και τραβάει μπροστά Από την πόρτα όπου ζεκίνησε. Και τώρα πια ο Δρόμος έχει φτάσει μακριά, Ας τον ακολουθήσουν άλλοι που μπορούν! Ας ξεκινήσουν νέο ταξίδι απ’ την αρχή· Όμως εγώ με πόδια κουρασμένα πια, Χάνι ολόφωτο γυρεύω για να μπω, Ύπνο το βράδυ και ξεκούραση να βρω.

Και καθώς ο Μπίλμπο μουρμούρισε τις τελευταίες λέξεις, το κεφάλι του ακούμπησε το στήθος του και κοιμήθηκε βαθιά.

Σκοτείνιασε στο δωμάτιο και η φωτιά έκαιγε ζωηρότερη. Κοιτάζοντας τον Μπίλμπο όπως κοιμόταν, είδαν πως χαμογελούσε. Γι’ αρκετή ώρα κάθισαν σιωπηλοί· και ύστερα κοιτάζοντας ένα γύρο ο Σαμ στο δωμάτιο και στις σκιές στους τοίχους, είπε σιγανά:

– Δε νομίζω, κύριε Φρόντο, πως έγραψε πολλά από τότε που φύγαμε. Δεν πρόκειται να γράψει ποτέ την ιστορία μας τώρα.

Σ’ αυτά τα λόγια ο Μπίλμπο άνοιξε ένα μάτι, σχεδόν λες να ’χε ακούσει. Ύστερα ξύπνησε.

– Βλέπετε, συνεχώς νυστάζω, είπε. Και όταν έχω καιρό για γράψιμο, θέλω μόνο να γράφω ποιήματα στ’ αλήθεια. Αναρωτιέμαι, καλέ μου Φρόντο, αν θα σε πείραζε πολύ να τακτοποιήσεις τα πράγματα λιγάκι πριν φύγεις; Συγκέντρωσε όλες μου τις σημειώσεις και τα χαρτιά και το ημερολόγιό μου επίσης, και πάρ’ τα μαζί σου, αν θέλεις. Βλέπεις, δεν έχω πολύν καιρό για να τα ξεδιαλέξω και να τα ταξινομήσω όλ’ αυτά. Πάρε το Σαμ να σε βοηθήσει κι όταν τα βάλεις σε κάποια σειρά, έλα ξανά εδώ και θα τους ρίξω μια ματιά. Δε θα ’μαι πολύ αυστηρός.

– Βεβαίως και θα το κάνω! είπε ο Φρόντο. Και βεβαίως θα ξαναγυρίσω γρήγορα – δε θα ’ναι επικίνδυνο πια. Τώρα υπάρχει αληθινός βασιλιάς και γρήγορα θα βάλει τάξη στους δρόμους.

– Σ’ ευχαριστώ, καλέ μου! είπε ο Μπίλμπο. Αυτό στ’ αλήθεια είναι μεγάλη ανακούφιση για μένα.

Και μ’ αυτά τα λόγια αποκοιμήθηκε ξανά.

Την άλλη μέρα ο Γκάνταλφ και οι χόμπιτ αποχαιρέτισαν τον Μπίλμπο στο δωμάτιό του, γιατί ήταν κρύο έξω· και ύστερα αποχαιρέτισαν τον Έλροντ και όλο του το σπιτικό.

Καθώς ο Φρόντο στεκόταν στο κατώφλι, ο Έλροντ του ευχήθηκε καλό ταξίδι, τον ευλόγησε και είπε:

– Νομίζω, Φρόντο, πως ίσως να μη χρειαστεί να ξανάρθεις, εκτός κι έρθεις πολύ σύντομα. Γιατί αυτόν περίπου τον καιρό, όταν τα φύλλα χρυσίσουν πριν πέσουν, γύρεψε τον Μπίλμπο στα δάση του Σάιρ. Θα ’μαι κι εγώ μαζί του.

Αυτά τα λόγια δεν τα άκουσε κανείς άλλος και ο Φρόντο τα κράτησε για τον εαυτό του.

VII

Ο ΓΥΡΙΣΜΌΣ

Και να επιτέλους οι χόμπιτ είχαν τα πρόσωπα στραμμένα κατά την πατρίδα τους. Τώρα βιάζονταν να δουν το Σάιρ ξανά· αλλά στην αρχή προχωρούσαν μόνο αργά, γιατί ο Φρόντο ήταν κακόκεφος. Όταν έφτασαν στο Πέρασμα του Μπρούινεν, είχε σταματήσει κι έδειχνε απρόθυμος να διασχίσει το ποτάμι· και πρόσεξαν πως για λίγη ώρα τα μάτια του έδειχναν να μη Βλέπουν ούτε αυτούς ούτε τα πράγματα ολόγυρά του. Όλη εκείνη την ημέρα ήταν σιωπηλός. Ήταν η έκτη μέρα του Οκτωβρίου.