Выбрать главу

– Πονάς, Φρόντο; ρώτησε ο Γκάνταλφ χαμηλόφωνα, καθώς ίππευε στο πλευρό του Φρόντο.

– Λοιπόν, ναι, πονώ, είπε ο Φρόντο. Ο ώμος μου. Πονάει το τραύμα και με πλακώνει η ανάμνηση του σκοταδιού. Σαν σήμερα κλείνει χρόνο.

– Αλίμονο! υπάρχουν πληγές που δεν μπορούν να θεραπευτούν εντελώς, είπε ο Γκάνταλφ.

– Φοβάμαι πως αυτό συμβαίνει με τις δικές μου, είπε ο Φρόντο. Δεν υπάρχει αληθινός γυρισμός. Μόλο που μπορεί να γυρίζω στο Σάιρ, δε θα μου φαίνεται το ίδιο· γιατί εγώ δε θα ’μαι ο ίδιος. Έχω πληγωθεί από μαχαίρι, κεντρί, δόντι και μακρόχρονο φορτίο. Πού θα βρω ανάπαυση;

Ο Γκάνταλφ δεν απάντησε.

Με το τέλος της επόμενης μέρας ο πόνος και η δυσφορία πέρασαν και ο Φρόντο ήταν εύθυμος πάλι, εύθυμος λες και δε θυμόταν τη μαυρίλα της προηγούμενης μέρας. Μετά απ’ αυτό το ταξίδι πήγαινε καλά και οι μέρες περνούσαν γρήγορα· γιατί ταξίδευαν χωρίς να βιάζονται και συχνά χασομερούσαν στα όμορφα δάση, όπου οι φυλλωσιές ήταν κόκκινες και κίτρινες στο φθινοπωριάτικο ήλιο. Τέλος, έφτασαν στην Κορυφή των Καιρών και τότε βράδιαζε και η σκιά του λόφου απλωνόταν σκοτεινή στο δρόμο. Τότε ο Φρόντο τους παρακάλεσε να κάνουν γρήγορα και με τίποτα δεν κοίταζε κατά το λόφο, αλλά διέσχισε τη σκιά του με το κεφάλι σκυφτό και το μανδύα του σφιχτοτυλιγμένο γύρω του. Εκείνη τη νύχτα ο καιρός άλλαξε και ο αέρας γύρισε δυτικός, φορτωμένος βροχή, φυσώντας δυνατός και ψυχρός και τα κίτρινα φύλλα στριφογύριζαν σαν πουλιά στον άνεμο. Όταν έφτασαν στο Δάσος του Τσετ, τα κλαδιά ήταν κιόλας γυμνά και η βροχή σαν μεγάλη κουρτίνα έκρυβε το Λόφο του Μπρι από τα μάτια τους.

Κι έτσι κατά το τέλος ενός άσχημου βραδινού τις τελευταίες μέρες του Οκτωβρίου οι πέντε ταξιδώτες ανηφόρισαν το δρόμο και έφτασαν τη Νότια Πύλη του Μπρι. Ήταν διπλοκλειδωμένη. Ο αέρας φυσούσε τη βροχή στα πρόσωπά τους και στο σκοτεινιασμένο ουρανό έτρεχαν χαμηλά σύννεφα και η διάθεση τους χάλασε λιγάκι, γιατί περίμεναν μεγαλύτερη υποδοχή.

Αφού φώναξαν πολλές φορές, βγήκε επιτέλους ο Φύλακας και είδαν ότι κρατούσε ένα μεγάλο ρόπαλο. Τους κοίταξε με φόβο και υποψία· όταν όμως είδε ότι ήταν εκεί ο Γκάνταλφ και ότι οι σύντροφοι του ήταν χόμπιτ, παρ’ όλο το παράξενο ντύσιμό τους, τότε ζωήρεψε και τους καλωσόρισε.

– Περάστε! είπε, ξεκλειδώνοντας την πόρτα. Δεν είναι να στεκόμαστε για νέα έξω, εδώ στο κρύο και στη βροχή, παλιόκαιρος απόψε. Αλλά ο γερο-Μπιρόχορτος σίγουρα θα σας καλωσορίσει στο Πόνυ κι εκεί θα μάθετε τα νέα όλα.

– Κι εκεί θ’ ακούσεις κι εσύ αργότερα όλα όσα έχουμε να πούμε και περισσότερα, γέλασε ο Γκάνταλφ. Τι κάνει ο Χάρι;

Ο Φύλακας κατσούφιασε.

– Έφυγε, είπε. Καλύτερα όμως να ρωτήσετε τον Μπιρόχορτο. Καλή σας νύχτα!

– Καληνύχτα και σ’ εσένα! είπαν και μπήκαν.

Και τότε πρόσεξαν ότι πίσω από το φράχτη στην άκρη του δρόμου ήταν χτισμένο ένα μακρουλό χαμηλό καλύβι και μερικοί άντρες είχαν βγει έξω και τους κοίταζαν πάνω από το φράχτη. Όταν έφτασαν στο σπίτι του Μπιλ του Φτεριά είδαν πως ο φράχτης ήταν χαλασμένος και απεριποίητος και τα παράθυρα ήταν όλα καρφωμένα με σανίδες.

– Λες να τον σκότωσες μ’ εκείνο το μήλο, Σαμ; είπε ο Πίπιν.

– Δεν έχω τόσο μεγάλες ελπίδες, κύριε Πίπιν, είπε ο Σαμ. Θα ήθελα όμως να ξέρω τι απόγινε εκείνο το καημένο το πόνυ. Πολλές φορές το έχω θυμηθεί, και τους λύκους που ούρλιαζαν κι όλα.

Τέλος, έφτασαν στο Παιγνιδιάρικο Πόνυ κι αυτό τουλάχιστον έδειχνε εξωτερικά να μην έχει αλλάξει· είχε και φώτα πίσω από τις κόκκινες κουρτίνες στα χαμηλότερα παράθυρα. Χτύπησαν το κουδούνι και ο Νομπ ήρθε στην πόρτα, την άνοιξε μια χαραματιά και έριξε μια κλεφτή ματιά’ κι όταν τους είδε να στέκονται κάτω από το φως της λάμπας έβγαλε μια φωνή όλο έκπληξη.

– Κύριε Βουτυράτε! Αφεντικό! φώναξε. Γύρισαν!

– Γύρισαν; Τώρα και θα τους μάθω εγώ, ακούστηκε η φωνή του Βουτυράτου.

Και να τος όρμησε έξω μ’ ένα ρόπαλο στο χέρι. Όταν όμως είδε ποιοι ήταν, σταμάτησε απότομα και το αγριεμένο πρόσωπο του γέμισε απορία και μεγάλη χαρά.

– Βρε Νομπ, χαζοσγουρομάλλη! φώναξε. Δεν μπορείς να πεις τους παλιούς φίλους με τα ονόματά τους; Μου ’κοψες τη χολή έτσι, και μάλιστα σ’ αυτές τις κακές μέρες. Μπα, μπα! Και από πού μας έρχεστε; Εγώ δεν περίμενα να δω κανέναν από σας ξανά, μα την αλήθεια -έτσι που φύγατε για τις Ερημιές μ’ εκείνον το Γοργοπόδαρο κι όλους εκείνους τους Μαύρους Ανθρώπους που τριγυρνούσαν. Πάντως, χαίρομαι πολύ που σας βλέπω, και πιο πολύ απ’ όλους τον Γκάνταλφ. Περάστε! Περάστε! Τα ίδια δωμάτια όπως παλιά; Είναι ελεύθερα. Κι εδώ που τα λέμε, τα πιο πολλά δωμάτια είναι άδεια τούτες τις μέρες και δε θα σας το κρύψω, μιας και γρήγορα θα το ανακαλύψετε, αλλά δεν έχω αρκετό βοηθητικό προσωπικό προς το παρόν. Ε, Νομπ, αργοκίνητο αμάξι! Πες στον Μπομπ! Α, πάλι το ξέχασα, ο Μπομπ έχει φύγει – πάει στο σπίτι στους δικούς του τα βράδια τώρα. Λοιπόν, πάρε τα πόνυ των ξένων στο στάβλο, Νομπ! Κι εσύ θα πας το άλογό σου στο στάβλο μόνος σου, Γκάνταλφ, το δίχως άλλο. Υπέροχο ζώο, όπως σου ξανάχω πει, τότε που το πρωτοείδαν τα μάτια μου. Λοιπόν, περάστε μέσα! Σαν στο σπίτι σας!