Ο κύριος Βουτυράτος τουλάχιστο δεν είχε αλλάξει τον τρόπο που μιλούσε κι εξακολουθούσε να φαίνεται πως ζει με τον παλιό του τρόπο, λαχανιασμένος και αεικίνητος. Κι όμως, δεν υπήρχε σχεδόν κανένας εκεί και όλα ήταν ήσυχα· από τη Σάλα ακουγόταν το χαμηλόφωνο μουρμουρητό δυο τριών φωνών το πολύ. Και βλέποντάς τον από πιο κοντά στο φως δύο κεριών που άναψε και προπορευόταν κρατώντας τα, το πρόσωπο του πανδοχέα έδειχνε κάπως ρυτιδωμένο και ταλαιπωρημένο από φροντίδες.
Τους οδήγησε στο βάθος του διαδρόμου στην τραπεζαρία που είχαν χρησιμοποιήσει εκείνη την παράξενη νύχτα πριν από ένα χρόνο και κάτι περίπου· κι εκείνοι τον ακολούθησαν, λιγάκι ανήσυχοι, γιατί φαινόταν ξεκάθαρα πως ο γερο-Μπιρόχορτος έκανε το γενναίο, αλλά είχε φασαρίες. Τα πράγματα δεν ήταν σαν πρώτα. Αλλά δεν είπαν τίποτα και περίμεναν.
Όπως περίμεναν, ο κύριος Βουτυράτος ήρθε στην τραπεζαρία μετά το δείπνο για να δει αν όλα ήταν όπως τα ήθελαν. Κι όπως στ’ αλήθεια ήταν – καμία αλλαγή προς το χειρότερο δεν είχε βρει την μπίρα ή τα φαγητά στο Πόνυ, τουλάχιστον.
– Λοιπόν, τώρα δε θα τολμήσω να προτείνω να έρθετε στη Σάλα απόψε, είπε ο Βουτυράτος. Θα ’σαστε κουρασμένοι· και, έτσι κι αλλιώς, δεν έχει πολλούς απόψε. Αν όμως μου δίνετε μισή ώρα πριν πάτε στα κρεβάτια σας, πολύ θα ήθελα να κουβέντιαζα λίγο μαζί σας, ήσυχα ήσυχα μεταξύ μας.
– Αυτό ακριβώς θα θέλαμε κι εμείς, είπε ο Γκάνταλφ. Δεν είμαστε κουρασμένοι. Ταξιδεύαμε άνετα. Είμαστε βρεγμένοι, παγωμένοι και πεινασμένοι, αλλά όλα αυτά τα θεράπευσες. Έλα, κάθισε! Κι αν έχεις και καθόλου πιπόχορτο, την ευχή μας να ’χεις.
– Λοιπόν, αν ζητούσατε τίποτ’ άλλο, θα το χαιρόμουν περισσότερο, είπε ο Βουτυράτος. Αυτό ακριβώς είναι κάτι που μας λείπει, γιατί τώρα, βλέπεις, έχουμε μόνο τόσο, όσο καλλιεργούμε οι ίδιοι κι αυτό δε φτάνει. Δε βρίσκουμε καθόλου στο Σάιρ αυτές τις μέρες. Θα κάνω όμως ό,τι μπορώ.
Όταν ξαναγύρισε τους έφερε αρκετό για να τους κρατήσει μια δυο μέρες, ένα πάκο άκοπο φύλλο.
– Σάουθλιντς, είπε, και το καλύτερο που έχουμε· αλλά δε φτάνει τη Νότια Μοίρα, όπως πάντα μου έλεγα, αν και τις περισσότερες φορές υποστηρίζω το Μπρι, με το συμπάθιο.
Τον έβαλαν σε μια μεγάλη καρέκλα κοντά στη φωτιά και ο Γκάνταλφ κάθισε από την άλλη πλευρά του τζακιού και οι χόμπιτ, καθισμένοι σε χαμηλά καρεκλάκια, ανάμεσά τους· και έπειτα κουβέντιασαν και η μισή ώρα πέρασε πολλές φορές και αντάλλαξαν ό,τι νέα ο κύριος Βουτυράτος ήθελε ν’ ακούσει ή να δώσει. Τα περισσότερα απ’ αυτά που είχαν να πουν αποτελούσαν σκέτα θαύματα ή σάστιζαν τον οικοδεσπότη τους ή ξεπερνούσαν τα όρια της φαντασίας του· και τα μόνα σχόλια που προκάλεσαν ήταν: «Μη μου το λες», που επαναλαμβανόταν συχνά παρ’ όλο που το άκουγαν τα ίδια τ’ αυτιά του κυρίου Βουτυράτου.
– Μη μου το λες, κύριε Μπάγκινς ή κύριε Κατωλοφίτη; Όσο πάω και μπερδεύομαι. Τι μου λες, κύριε Γκάνταλφ! Μωρέ, ποτέ μου! Ποιος να το ’λεγε στις μέρες μας!
Αλλά είπε πολλά για λογαριασμό του. Εκείνος θα ’λεγε πως τα πράγματα δεν ήταν καθόλου καλά. Οι δουλειές δεν ήταν ούτε καν έτσι κι έτσι, ήταν ίσια και πέρα χάλια.
– Κανένας δεν πλησιάζει το Μπρι απ’ Έξω, είπε. Και μέσα ο κόσμος κάθεται στο σπίτι του με τις πόρτες αμπαρωμένες. Κι όλα άρχισαν αποκείνους τους νιόφερτους και τους αλήτες που άρχισαν να έρχονται από τον Πράσινο Δρόμο πέρσι, αν θυμόσαστε· αλλά ήρθαν κι άλλοι αργότερα. Μερικοί ήταν μονάχα κάτι φτωχοί που έτρεχαν να ξεφύγουν απ’ τις φασαρίες· αλλά οι περισσότεροι ήταν κακοποιό στοιχεία, κλέφτες και λωποδύτες. Και είχαμε φασαρίες εδώ μέσα στο Μπρι, άσχημες φασαρίες. Για να καταλάβετε, έγινε αληθινή συμπλοκή και σκοτώθηκαν, μερικοί, σκοτώθηκαν, νεκροί! Κι αν θέλετε, με πιστεύετε.
– Και βέβαια σε πιστεύουμε, είπε ο Γκάνταλφ. Πόσοι;
– Τρεις και δύο, είπε ο Βουτυράτος, εννοώντας τους μεγάλους ανθρώπους και τους μικρούς χόμπιτ. Ήταν ο καημένος ο Ματ ο Ρεικοπόδαρος και ο Ρόουλι ο Μηλαράτος και ο μικρός Τομ ο Αγκαθωτός από το Λόφο πάνω· και ο Γουίλι ο Πλεύρας από πέρα μακριά κι ένας απ’ τους Κατωλοφίτες απ’ το Θεμελάκι – όλοι τους καλά παιδιά και μας λείπουν. Και ο Χάρι ο Κατσικόχορτος που ήταν στη Δυτική Πύλη κι εκείνος ο Μπιλ ο Φτεριάς πήγαν με το μέρος των ξένων κι έφυγαν μαζί τους· κι εγώ πιστεύω πως αυτοί τους έβαλαν μέσα. Το βράδυ της συμπλοκής, θέλω να πω. Κι αυτό έγινε ύστερα που τους δείξαμε τις πύλες και τους πετάξαμε έξω – δηλαδή πριν το τέλος του χρόνου· και η μάχη έγινε στις αρχές του Καινούριου Χρόνου, ύστερα απ’ το πολύ χιόνι που έριξε.