– Ε, έτσι ακούγεται κάπως καλύτερα, πρέπει να ομολογήσω, είπε ο Βουτυράτος. Και θα ’ναι καλό και για το μαγαζί, το δίχως άλλο. Αν αφήσει ήσυχο το Μπρι.
– Θα το αφήσει, είπε ο Γκάνταλφ. Το ξέρει και το αγαπά.
– Μη μου λες; είπε ο Βουτυράτος σαστισμένος. Αν και σίγουρα δεν καταλαβαίνω πώς, εκεί πάνω στο μεγάλο του θρόνο, στο μεγάλο του φρούριο, τόσα μίλια μακριά από δω. Και θα πίνει το κρασί του σε χρυσή κούπα, σίγουρα. Τι είναι γι’ αυτόν το Πόνυ ή τα ποτήρια της μπίρας; Όχι πως η μπίρα μου δεν είναι καλή, Γκάνταλφ. Είναι ασυνήθιστα καλή από τότε που ήρθες πέρσι το φθινόπωρο και την ευχήθηκες. Κι ήταν κι αυτό μια παρηγοριά στις συμφορές, πρέπει να ομολογήσω.
– Α! είπε ο Σαμ. Αυτός όμως λέει πως η μπίρα σου είναι πάντα καλή.
– Λέει αυτός;
– Και βέβαια το λέει. Είναι ο Γοργοπόδαρος. Ο αρχηγός των Περιφερομένων Φυλάκων. Δεν το χώρεσες στο κεφάλι σου ακόμα;
Τέλος, το χώρεσε και στο πρόσωπο του Βουτυράτου ζωγραφίστηκαν όλες οι αποχρώσεις του θαυμασμού και της απορίας. Τα μάτια στο πλατύ του πρόσωπο στρογγύλεψαν και το στόμα του άνοιξε διάπλατα και του κόπηκε η αναπνοή.
– Ο Γοργοπόδαρος! ξεφώνισε όταν βρήκε την αναπνοή του πάλι. Αυτός με κορόνα και τα όλα του και με τη χρυσή κούπα! Να δούμε τι άλλο θα μας βρει!
– Καλύτερες μέρες, για το Μπρι τουλάχιστον, είπε ο Γκάνταλφ.
– Μακάρι, μακάρι, είπε ο Βουτυράτος. Πάντως, αυτή ήταν η καλύτερη κουβέντα που είχα να κάνω εδώ και πολύν καιρό. Και δεν τ’ αρνιέμαι πως θα κοιμηθώ πιο ήσυχος απόψε και με ξαλαφρωμένη την καρδιά. Μου δώσατε πολλά να τα ξανασκεφτώ, αλλά αυτό θα το αφήσω για αύριο. Πάω για το κρεβάτι μου και είμαι σίγουρος πως κι εσείς θα χαρείτε να πάτε στα δικά σας. Ε, Νομπ! φώναξε, πηγαίνοντας στην πόρτα. Νομπ, αργοκίνητο αμάξι! Νομπ! μονολόγησε και χτύπησε το μέτωπό του. Αυτό τώρα τι μου θυμίζει;
– Όχι κανένα άλλο γράμμα που ξέχασες, ελπίζω, κύριε Βουτυράτε; είπε ο Μέρι.
– Έλα, τώρα, κύριε Μπράντιμπακ, μη μου το θυμίζεις αυτό! Τι έλεγα; Α, ο Νομπ, ο στάβλος, αυτό ήταν! Έχω κάτι που σας ανήκει. Αν θυμόσαστε τον Μπιλ το Φτεριά και τα κλεμμένα άλογα – το πόνυ του που αγοράσατε, λοιπόν, εδώ είναι. Γύρισε μοναχό του, βέβαια. Αλλά πού ήταν, αυτό εσείς το ξέρετε καλύτερα από μένα. Ήταν κατσομαλλιασμένο σαν γερο-σκύλος κι αδύνατο σαν το σκοινί της απλώστρας, ήταν όμως ζωντανό. Ο Νομπ το περιποιείται.
– Τι! Ο Μπιλ μου; φώναξε ο Σαμ. Λοιπόν, γεννήθηκα τυχερός, κι ας λέει ο γέρος μου. Κι άλλη ευχή μου βγήκε αληθινή. Πού ’ν ’το;
Ο Σαμ δεν πήγαινε για ύπνο, αν δεν έβλεπε τον Μπιλ στο στάβλο του.
Οι ταξιδιώτες έμειναν στο Μπρι όλη την άλλη μέρα και ο κύριος Βουτυράτος δεν μπορούσε να παραπονεθεί για τις δουλειές του, για το επόμενο βράδυ τουλάχιστον. Η περιέργεια νίκησε όλους τους φόβους και το πανδοχείο του γέμισε. Οι χόμπιτ από ευγένεια πήγαν για λίγο στη Σάλα το βράδυ και έδωσαν απάντηση σε πολλές ερωτήσεις. Κι επειδή τα μνημονικά του Μπρι είναι γερά, ο Φρόντο ρωτήθηκε πολλές φορές αν είχε γράψει το βιβλίο του.
– Όχι ακόμα, απάντησε. Επιστρέφω τώρα για να ταξινομήσω τις σημειώσεις μου.
Υποσχέθηκε να ασχοληθεί και με τα καταπληκτικά γεγονότα του Μπρι κι έτσι να δώσει κάποιο ενδιαφέρον στο βιβλίο του που έμοιαζε ν’ ασχολείται κυρίως με μακρινά και λιγότερο ενδιαφέροντα γεγονότα, «πέρα μακριά απ’ το νοτιά».
Τότε κάποιος απ’ τους νεότερους ζήτησε ένα τραγούδι. Αλλά τότε έπεσε σιωπή, και όλοι τον αγριοκοίταξαν και δεν το ξαναζήτησε. Ήταν φανερό πως κανένας δεν ήθελε να επαναληφθούν τα μυστηριώδη και αφύσικα γεγονότα στη Σάλα ξανά.
Καμιά φασαρία την ημέρα, ούτε κανένας θόρυβος τη νύχτα δεν τάραξε την ησυχία του Μπρι όσο οι ταξιδιώτες έμειναν εκεί· το άλλο πρωί όμως σηκώθηκαν νωρίς γιατί, επειδή ο καιρός ήταν ακόμα βροχερός, ήθελαν να φτάσουν στο Σάιρ πριν νυχτώσει και ήταν αρκετός δρόμος. Ο κόσμος του Μπρι ήταν όλοι έξω για να τους κατευοδώσουν και η διάθεσή τους ήταν πολύ καλύτερη απ’ ό,τι ένα χρόνο πριν κι όσοι δεν είχαν δει τους ξένους με όλο τους τον εξοπλισμό προηγουμένως, έμειναν με ανοιχτό το στόμα όταν τους είδαν – τον Γκάνταλφ με την άσπρη γενειάδα του και το φως που φαινόταν να βγαίνει από μέσα του, λες κι ο γαλάζιος μανδύας του να μην ήταν παρά ένα σύννεφο που σκεπάζει τον ήλιο· και τους τέσσερις χόμπιτ σαν ιππείς με αποστολή Βγαλμένους σχεδόν από ξεχασμένους θρύλους. Ακόμα κι εκείνοι που είχαν γελάσει με όσα είχαν ειπωθεί για το Βασιλιά, άρχισαν να σκέπτονται πως μπορεί να υπάρχει και κάποια αλήθεια σ’ αυτά.
– Λοιπόν, καλή τύχη στο δρόμο σας και καλή τύχη στο γυρισμό σας! είπε ο κύριος Βουτυράτος. Θα ’πρεπε να σας είχα προειδοποιήσει πως ούτε στο Σάιρ πάνε όλα καλά, αν αληθεύουν ό,τι ακούμε. Συμβαίνουν παράξενα πράγματα, λέει. Αλλά το ένα διώχνει το άλλο απ’ το μυαλό μου και είχα ένα σωρό δικούς μου μπελάδες. Αλλά, αν μου επιτρέπετε, έχετε γυρίσει αλλαγμένοι απ’ τα ταξίδια σας και τώρα φαινόσαστε πως μπορείτε εύκολα ν’ αντιμετωπίσετε δυσκολίες. Είμαι σίγουρος πως γρήγορα θα τα τακτοποιήσετε όλα. Καλή σας τύχη! Κι όσο πιο συχνά ερχόσαστε, τόσο πιο πολύ θα χαίρομαι.