Выбрать главу

Τον αποχαιρέτισαν κι έφυγαν, περνώντας τη Δυτική-πύλη με κατεύθυνση το Σάιρ. Ο Μπιλ το πόνυ ήταν μαζί τους και, όπως και πρώτα, ήταν φορτωμένος με πολλές αποσκευές, αλλά τριπόδιζε πλάι στο Σαμ κι έδειχνε ευχαριστημένος.

– Αναρωτιέμαι τι να υπονοούσε ο γερο-Μπιρόχορτος, είπε ο Φρόντο.

– Εγώ τα μαντεύω μερικά, είπε ο Σαμ πένθιμα. Ό,τι είδα στον Καθρέφτη – δέντρα κομμένα και τα τοιαύτα και το γέρο μου να τον έχουν πετάξει στο δρόμο. Έπρεπε να γύριζα γρηγορότερα.

– Και κατά τα φαινόμενα κάτι τρέχει στη Νότια Μοίρα, είπε ο Μέρι. Υπάρχει γενική έλλειψη από πιπόχορτο.

– Ό,τι κι αν είναι, είπε ο Πίπιν, ο Λόθο θα βρίσκεται από πίσω – να ’σαι σίγουρος γι’ αυτό.

– Από πίσω ναι, όχι όμως και στο βάθος βάθος, είπε ο Γκάνταλφ. Έχετε ξεχάσει το Σάρουμαν. Είχε αρχίσει να ενδιαφέρεται για το Σάιρ πριν το κάνει η Μόρντορ.

– Πάντως εμείς σ’ έχουμε μαζί μας, είπε ο Μέρι, άρα η κατάσταση γρήγορα θα ξεκαθαρίσει.

– Είμαι μαζί σας προς το παρόν, είπε ο Γκάνταλφ, αλλά πολύ γρήγορα δε θα είμαι. Δε θά ’ρθω στο Σάιρ. Πρέπει εσείς να τακτοποιήσετε τις υποθέσεις του· γι’ αυτό έχετε εκπαιδευθεί. Δεν το καταλαβαίνετε ακόμα; Ο καιρός μου πέρασε – δεν είναι πια το καθήκον μου να τακτοποιώ τα πράγματα ούτε να βοηθώ τον κόσμο να το κάνει. Κι όσο για σας, φίλοι μου, δε θα χρειαστείτε βοήθεια. Μεγαλώσατε τώρα. Μεγαλώσατε και ψηλώσατε μάλιστα· βρίσκεστε ανάμεσα στους μεγάλους κι εγώ δε φοβάμαι πια καθόλου για κανέναν από σας.

»Αλλά, αν θέλετε να μάθετε, θα σας αφήσω σύντομα. Θα πάω να κάνω μεγάλη κουβέντα με τον Μπομπαντίλ – τέτοια κουβέντα, που ποτέ μου δεν είχα κάνει όλ’ αυτά τα χρόνια. Αυτουνού το τζάκι πιάνει στάχτη, το δικό μου το ’χε η μοίρα μου να μην πιάσει ποτέ. Οι μέρες των περιπλανήσεων μου όμως τελειώνουν και τώρα θα έχουμε πολλά να πούμε ο ένας στον άλλο.

Σε λίγο έφτασαν στο σημείο εκείνο του Ανατολικού Δρόμου που είχαν αποχαιρετίσει τον Μπομπαντίλ· είχαν την ελπίδα και μισοπερίμεναν να τον δουν να στέκεται εκεί να τους χαιρετήσει όπως περνούσαν. Δε φαινόταν όμως πουθενά· είχε μια γκρίζα ομίχλη στην κοιλάδα των Θολωτών Τάφων νότια κι ένα πυκνό πέπλο σκέπαζε το Παλιό το Δάσος μακριά.

Σταμάτησαν κι ο Φρόντο κοίταξε κατά το νοτιά μελαγχολικά.

– Πόσο θα ’θελα να τον έβλεπα το γέροντα ξανά, είπε. Τι να κάνει άραγε;

– Καλά όπως πάντα, μπορείς να ’σαι σίγουρος, είπε ο Γκάνταλφ. Δίχως να ’χει ενοχληθεί· και, φαντάζομαι, δίχως ενδιαφέρον για όσα έχουμε κάνει ή δει, εκτός, ίσως. από τις επισκέψεις μας στους Εντ. Ίσως αργότερα να βρεις καιρό να τον επισκεφθείς. Αλλά, αν ήμουν στη θέση σου τώρα, θα βιαζόμουν να πάω σπίτι μου, ειδαλλιώς δε θα φτάσετε στη Γέφυρα του Μπράντιγουάιν πριν κλειδώσουν οι πύλες.

– Μα δεν έχει πύλες, είπε ο Μέρι, όχι στο Δρόμο· αυτό το ξέρεις καλά. Υπάρχει η Πύλη του Μπάκλαντ, φυσικά, αλλά εκεί μ’ αφήνουν να περάσω ό,τι ώρα κι αν είναι.

– Δεν είχε πύλες, θέλεις να πεις, είπε ο Γκάνταλφ. Νομίζω πως τώρα θα βρεις μερικές. Και μπορεί να έχετε περισσότερες φασαρίες στην Πύλη του Μπάκλαντ απ’ ό,τι νομίζετε. Θα τα καταφέρετε όμως. Γεια σας, καλοί μου φίλοι! Όχι, για τελευταία φορά, όχι ακόμα. Γεια σας!

Έστριψε τον Ίσκιο και το μεγάλο άλογο πήδηξε το πράσινο χαντάκι που προχωρούσε παράλληλα στο Δρόμο’ κι ύστερα μ’ ένα παράγγελμα του Γκάνταλφ χάθηκε, τρέχοντας κατά την κοιλάδα των Θολωτών Τάφων σαν το βορινό άνεμο.

– Λοιπόν, να ’μαστε, οι τέσσερις μας όπως ξεκινήσαμε, είπε ο Μέρι. Αφήσαμε πίσω τους υπόλοιπους, έναν έναν. Σχεδόν μοιάζει μ’ όνειρο που σιγά σιγά ξεθώριασε.

– Όχι για μένα, είπε ο Φρόντο. Εγώ νιώθω όλο και πιο πολύ ν’ αποκοιμιέμαι πάλι.

VIII

ΤΟ ΞΕΚΑΘΑΡΙΣΜΑ ΤΟΥ ΣΑΙΡ

Είχε πέσει η νύχτα όταν, βρεγμένοι και κουρασμένοι, οι ταξιδιώτες έφιασαν επιτέλους στον Μπράντιγουάιν και τον βρήκαν κλειστό. Και από τις δύο πλευρές της Γέφυρας υπήρχε από μία μεγάλη ακιδωτή πυλη· και στην απέναντι πλευρά του ποταμού μπορούσαν να δουν πως είχαν χτιστεί μερικά καινούρια σπίτια – διώροφα με στενά ισόπλευρα παράθυρα, γυμνά και θαμποφωτισμένα· όλα πολύ θλιβερά και ’ξένα για μ, Σάιρ.

Χτύπησαν δυνατά την εξωτερική πύλη και φώναξαν, αλλά δεν πήραν καμιά απάντηση στην αρχή· και ύστερα κατάπληκτοι άκουσαν κάποιον να φυσά ένα βούκινο και τα φώτα στα παράθυρα έσβησαν. Μια φωνή φώναξε στο σκοτάδι: