Выбрать главу

Ποιος είναι; Φύγετε! Δεν μπορείτε να μπείτε. Δε βλέπετε την πινακίδα: Απαγορεύεται η είσοδος από τη δύση ως την ανατολή τον ηλίου;

Και βέβαια δε βλέπουμε την πινακίδα στο σκοτάδι, φώναξε απαν-κόντας ο Σαμ. Και αν πρόκειται οι χόμπιτ του Σάιρ να μείνουν έξω στη βροχή μια νύχτα σαν κι αυτή, τότε θα την κομματιάσω την πινακίδα σαν τη βρω.

Σ’ αυτά τα λόγια ένα παράθυρο έκλεισε με θόρυβο κι ένα τσούρμο χόμπιτ με φανάρια ξεχύθηκαν απ’ το σπίτι αριστερά. Άνοιξαν την πέρα πύλη και μερικοί πλησίασαν, περνώντας τη γέφυρα. Όταν είδαν τους ταξιδιώτες φάνηκαν να τρομάζουν.

– Για έλα! είπε ο Μέρι, αναγνωρίζοντας έναν από τους χόμπιτ. Αν δε με ξέρεις, Χομπ Χέιγουαρντ, θα ’πρεπε. Είμαι ο Μέρι Μπράντιμπακ και θα ’θελα να ξέρω τι συμβαίνει και τι κάνει ένας κάτοικος του Μπάκλαντ σαν κι εσένα εδώ. Εσύ ήσουνα στην Πύλη του Φράχτη.

– Κύριε ελέησον! Είναι ο κύριος Μέρι, βέβαια, και ντυμένος μάλιστα για πόλεμο! είπε ο γερο-Χομπ. Μπα, κι έλεγαν πως ήσουν πεθαμένος! Χαμένος στο Παλιό το Δάσος κατά τα λεγόμενα. Πολύ χαίρομαι που είσαι ζωντανός!

– Τότε, σταμάτα να με κοιτάς σαν χαζός πίσω από τα σίδερα κι άνοιξε την πύλη! είπε ο Μέρι.

– Λυπάμαι, κύριε Μέρι, αλλά έχουμε διαταγές.

– Διαταγές τίνος;

– Του Αρχηγού στο Μπαγκ Εντ.

– Του Αρχηγού; Ποιανού Αρχηγού; Θες να πεις του κυρίου Λόθο; είπε ο Φρόντο.

– Έτσι φαντάζομαι, κύριε Μπάγκινς· αλλά πρέπει να λέμε μόνο «ο Αρχηγός» τούτες τις μέρες.

– Έτσι, ε! είπε ο Φρόντο. Λοιπόν, χαίρομαι που έσβησε το Μπάγκινς πάντως. Είναι ολοφάνερο όμως πως ήρθε η ώρα να ασχοληθεί μαζί του η οικογένεια και να τον βάλει στη θέση του.

Σιωπή απλώθηκε στους χόμπιτ πίσω από την πύλη.

– Δε βγαίνει σε καλό να μιλάμε έτσι, είπε κάποιος. Θα το μάθει. Και αν κάνεις τόσο θόρυβο, Θα ξυπνήσεις το Μεγάλο Άνθρωπο του Αρχηγού.

– Θα τον ξυπνήσουμε με τρόπο που θα τον καταπλήξει, είπε ο Μέρι. Αν θες να πεις πως ο σπουδαίος σας ο Αρχηγός έχει προσλάβει τίποτα μαχαιροβγάλτες απ’ τις ερημιές, τότε ήρθαμε πάνω στην ώρα.

. Κατέβηκε μ’ ένα πήδημα από το πόνυ του και βλέποντας την ανακοίνωση στο φως των φαναριών την έσκισε και την πέταξε πάνω από την πύλη. Οι χόμπιτ οπισθοχώρησαν και δεν έκαναν καμία κίνηση να την ανοίξουν.

– Έλα, Πίπιν! είπε ο Μέρι. Οι δυο μας φτάνουμε.

Ο Μέρι και ο Πίπιν σκαρφάλωσαν στην πύλη και οι χόμπιτ το ’βαλαν στα πόδια. Ένα άλλο βούκινο αντήχησε. Από το μεγαλύτερο σπίτι δεξιά φάνηκε μια μεγάλη βαριά μορφή στο φως της πόρτας.

– Τι συμβαίνει, γρύλισε καθώς προχώρησε μπροστά. Παραβιάζουν την πύλη; Στρίβετε γιατί θα σας στρίψω τα βρομερά σας λαρύγγια!

Ύστερα σταμάτησε, γιατί είχε δει τη γυαλάδα των σπαθιών.

– Μπιλ Φτεριά, είπε ο Μέρι, αν δεν ανοίξεις την πόρτα σε δέκα δευτερόλεπτα, θα το μετανιώσεις. Θα σε τρυπήσω, αν δεν υπακούσεις. Κι όταν θ’ ανοίξεις τις πύλες, θα τις περάσεις και δε θα ξαναγυρίσεις ποτέ. Δεν είσαι παρά ένας μαχαιροβγάλτης και ληστής στους δρόμους.

Ο Μπιλ ο Φτεριάς δείλιασε και σέρνοντας τα πόδια πήγε στην πύλη και την ξεκλείδωσε.

– Δώσ’ μου το κλειδί! είπε ο Μέρι.

Ο κακοποιός όμως του το πέταξε στο κεφάλι και ύστερα όρμησε στο σκοτάδι. Καθώς περνούσε τα πόνυ, ένα απ’ αυτά τίναξε τα πισινά του πόδια και τον πέτυχε όπως έτρεχε. Εκτοξεύτηκε μ’ ένα ξεφωνητό μες στη νύχτα και ποτέ δεν ξανάκουσαν γι’ αυτόν.

Καλή δουλειά, Μπιλ, είπε ο Σαμ, εννοώντας το πόνυ.

Πάει κι ο Μεγάλος σας Άνθρωπος, είπε ο Μέρι. Τον Αρχηγό θα τον δούμε αργότερα. Στο μεταξύ θέλουμε κάπου να κοιμηθούμε απόψε και αφού, κατά τα φαινόμενα, έχετε κατεδαφίσει το Πανδοχείο του Γεφυριού κι έχετε χτίσει αυτό το άθλιο πράγμα στη θέση του, θα πρέπει να μας βολέψετε.

Λυπάμαι, κύριε Μέρι, είπε ο Χομπ, αλλά δεν επιτρέπεται.

Τι δεν επιτρέπεται;

Να παίρνουμε κόσμο στο έτσι και να τρώμε παραπανίσιο φαγητό και τα παρόμοια, είπε ο Χομπ.

Τι συμβαίνει εδώ πέρα; είπε ο Μέρι. Ήταν κακή η χρονιά ή τίποτ’ άλλο; Εγώ είχα την εντύπωση πως το καλοκαίρι ήταν καλό και η σοδειά.

Λοιπόν, όχι, η χρονιά ήταν αρκετά καλή, είπε ο Χομπ. Είχαμε καλή σοδειά, αλλά δεν καλοξέρουμε τι γίνεται. Είναι όλοι αυτοί οι «συλλέκτες» και οι «διαμοιραστές», φαντάζομαι, που πηγαίνουν πανιού μετρώντας και ζυγίζοντας και τα παίρνουν για αποθήκευση. Αλλά πιο πολλά μαζεύουν απ’ ό,τι μοιράζουν κι εμείς ποτέ δεν ξαναβλέπου-|ΐι: την περισσότερη παραγωγή.

Άντε τώρα! είπε ο Πίπιν και χασμουρήθηκε. Όλ’ αυτά μου είναι πολύ κουραστικά απόψε. Έχουμε τρόφιμα στα σακίδιά μας. Δώστε μι/ς ένα δωμάτιο να ξαπλώσουμε. Θα ’ναι καλύτερο από πολλά άλλα μέρη που έχω δει.

Οι χόμπιτ στην πύλη εξακολουθούσαν να διστάζουν κατά τα φαινόμενα παραβίαζαν και κάποιον άλλον κανονισμό· αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να αρνηθούν σε τέσσερις τέτοιους αυταρχικούς ταξιδιώτες, όλους οπλισμένους και δύο απ’ αυτούς ασυνήθιστα ψηλούς και δυνατούς. Ο Φρόντο έδωσε διαταγή να κλειδώσουν πάλι τις πύλες. Ήταν οπωσδήποτε λογικό να βάλουν φρουρά, εφόσον τριγυρνούσαν ακόμα κακοποιοί. Ύστερα οι τέσσερις σύντροφοι πήγαν στο φρουραρχείο των χόμπιτ και βολεύτηκαν όπως μπορούσαν. Ήταν γυμνό και αποκρουστικό, μ’ ένα τζάκι της κακιάς ώρας που δεν άφηνε ν’ ανάψεις καλή φωτιά. Στα πάνω δωμάτια είχε μικρές σειρές σκληρά κρεβάτια και σε κάθε τοίχο υπήρχε μια ανακοίνωση κι ένας κατάλογος με Κανονισμούς. Ο Πίπιν τα έσκισε. Μπίρα δεν είχε και το φαγητό ήταν λιγοστό, αλλά μαζί μ’ αυτά που οι ταξιδιώτες είχαν φέρει και τα μοιράστηκαν, έφαγαν όλοι αρκετά καλά· και ο Πίπιν παραβίασε το Άρθρο 4 βάζοντας σχεδόν όλα τα αυριανά ξύλα στη φωτιά.