– Λοιπόν, τώρα τι θα λέγατε για λίγο καπνό, ενώ θα μας λέτε τι γίνεται στο Σάιρ; είπε.
– Δεν υπάρχει πιπόχορτο τώρα, είπε ο Χομπ· παρά μόνο για τους άντρες του Αρχηγού. Και όλα τα αποθέματα έχουν εξαφανιστεί κατά τα φαινόμενα. Ακούσαμε πως ολόκληρα φορτία έφυγαν από τον παλιό το δρόμο, βγήκαν από τη Νότια Μοίρα πέρα από το Πέρασμα Σαρν. Αλλά το έδιωχναν στα κρυφά κι από πριν, λίγο λίγο. Εκείνος ο Λόθο...
– Για έλα, σταμάτα, Χομπ Χέιγουαρντ! φώναξαν μερικοί άλλοι. Ξέρεις ότι απαγορεύονται αυτές οι κουβέντες. Θα το μάθει ο Αρχηγός και θα βρούμε όλοι τον μπελά μας.
– Δε θα μάθαινε τίποτα, αν μερικοί από σας δεν ήταν προδότες, απάντησε ο Χομπ ξαναμμένος.
– Εντάξει, εντάξει! είπε ο Σαμ. Αρκετά. Δε θέλω ν’ ακούσω περισσότερα. Ούτε καλωσόρισμα ούτε μπίρα ούτε καπνός κι ένα σωρό κανονισμοί και κουβέντες ορκ. Είχα την ελπίδα πως θα ξεκουραζόμουν, αλλά βλέπω πως μας περιμένουν δουλειές και φασαρίες. Πάμε για ύπνο κι ας τα ξεχάσουμε ως το πρωί!
Ο καινούριος «Αρχηγός» είχε προφανώς τρόπους να μαθαίνει τα νέα. Ήταν σαράντα μίλια γεμάτα από τη Γέφυρα ως το Μπαγκ Εντ, αλλά κάποιος έκανε το ταξίδι βιαστικά. Έτσι ανακάλυψαν γρήγορα ο Φρόντο και οι φίλοι του.
Δεν είχαν κάνει συγκεκριμένα σχέδια, αλλά είχαν αόριστα σκεφτεί να κατεβούν πρώτα μαζί ως το Κρικχόλοου και να ξεκουραστούν λιγάκι εκεί. Τώρα όμως, βλέποντας την κατάσταση, αποφάσισαν να πάνε κατευθείαν στο Χόμπιτον. Έτσι, την άλλη μέρα πήραν το Δρόμο και ταξίδευαν σταθερά. Ο αέρας είχε πέσει, αλλά ο ουρανός ήταν γκρίζος. Η περιοχή φαινόταν μάλλον θλιμμένη και εγκαταλειμμένη· στο κάτω κάτω ήταν η πρώτη Νοεμβρίου, το τέλος του Φθινοπώρου, Παρ’ όλ’ αυτά τα πράγματα έδειχναν πως έκαιγαν ασυνήθιστα πολλές φωτιές και καπνός ανέβαινε από πολλά μέρη ολόγυρα. Ένα μεγάλο σύννεφο καπνού σηκωνόταν ψηλά απ’ τη μεριά του Γούντι Εντ.
Καθώς έπεφτε το βράδυ πλησίαζαν το Βαθρακοχώρι, ένα χωριό πάνω στο Δρόμο, κάπου είκοσι δύο μίλια από τη Γέφυρα. Εκεί σκόπευαν να περάσουν τη νύχτα· Το Κούτσουρο που Επιπλέει στο Βαθρακοχώρι ήταν καλό πανδοχείο. Αλλά όταν έφτασαν στην ανατολική άκρη του χωριού, βρήκαν το δρόμο κλειστό και μια μεγάλη πινακίδα να λέει ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΔΙΕΛΕΥΣΗ– κι από πίσω στέκονταν μια μεγάλη ομάδα από Σαϊρίφηδες με ξύλα στα χέρια και φτερά στα κασκέτα τους, που έδειχναν και σπουδαίοι και κάπως φοβισμένοι.
– Τι είναι όλ’ αυτά; είπε ο Φρόντο, που του ερχόταν να βάλει τα γέλια.
– Αυτά είναι τούτα, κύριε Μπάγκινς, είπε ο αρχηγός των Σαϊρίφηδων, ένας χόμπιτ με δύο φτερά: Σας συλλαμβάνουμε για Παραβίαση της Πύλης, Σχίσιμο των Κανονισμών, Επίθεση κατά των Φυλάκων, Καταπάτηση, Διανυκτέρευση σε Κτίρια του Σάιρ χωρίς Άδεια και Δωροδοκία Φυλάκων με τρόφιμα.
Τίποτ’ άλλο; είπε ο Φρόντο.
Αυτό φτάνει για την αρχή, είπε ο Σαϊρίφης αρχηγός.
Εγώ μπορώ να προσθέσω μερικά, αν θέλεις, είπε ο Σαμ. Εξύβριση του Αρχηγού σας, Επιθυμία να του ρίξουμε μια γροθιά στο Σπυριάρικό του Πρόσωπο και τη Σκέψη πως εσείς οι Σαϊρίφηδες μοιάζετε ένα μάτσο Γελοία Υποκείμενα.
– Έλα τώρα, κύριε, φτάνει. Οι διαταγές του Αρχηγού είναι να μας ακολουθήσετε ήσυχα. Θα σας πάμε στο Μπάιγουότερ και θα σας παραδώσουμε στους Άντρες του Αρχηγού· κι όταν θα σας δικάσει, τότε μπορείτε να μιλήσετε. Αλλά αν δε θέλετε να μείνετε στις Φυλακές περισσότερο απ’ ό,τι χρειάζεται, εγώ θα ’λεγα λίγα λόγια, στη θέση σας.
Προς μεγάλη αμηχανία των Σαϊρίφηδων ο Φρόντο και όλοι οι σύντροφοι του έσκασαν στα γέλια.
– Μην είσαι παράλογος! είπε ο Φρόντο. Εγώ πηγαίνω όπου μ’ αρέσει και όποτε θέλω. Συμβαίνει να πηγαίνω στο Μπαγκ Εντ για δουλειές, αλλά, αν επιμένετε να έρθετε κι εσείς, ε, αυτό είναι δική σας υπόθεση.
– Πολύ καλά, κύριε Μπάγκινς, είπε ο αρχηγός, παραμερίζοντας το οδόφραγμα. Μην ξεχνάτε όμως πως σας έχω συλλάβει.