– Δε θα το ξεχάσω, είπε ο Φρόντο. Ποτέ. Μπορεί όμως να σας συγχωρέσω. Τώρα όμως δε σκοπεύω να πάω πιο πέρα σήμερα, αν, λοιπόν, με συνοδεύσετε ως Το Κούτσουρο που Επιπλέει, θα σας είμαι υπόχρεος.
– Δεν μπορώ να το κάνω αυτό, κύριε Μπάγκινς. Το πανδοχείο έχει κλείσει. Υπάρχει ένα Σπίτι-για-τους-Σαϊρίφηδες στην άλλη άκρη του χωριού. Θα σας πάω εκεί.
– Εντάξει, είπε ο Φρόντο. Προχωρήστε και θα σας ακολουθήσουμε.
Ο Σαμ, που είχε κοιτάξει τους Σαϊρίφηδες από πάνω ως κάτω, είχε εντοπίσει έναν που τον ήξερε.
– Ε, για έλα δω, Ρόμπιν Μικρότρυπε! φώναξε. θέλω να πούμε δυο λόγια.
Με μια ντροπαλή ματιά προς το μέρος του αρχηγού του, που έδειχνε θυμωμένος αλλά δεν τολμούσε να μπει στη μέση, ο Σαϊρίφης Μικρότρυπος βγήκε πίσω κι άρχισε να βαδίζει πλάι στο Σαμ, που είχε ξεπεζέψει από το πόνυ του.
– Για κοίτα δω, χαζο-Ρόμπιν! είπε ο Σαμ. Εσύ είσαι γέννημα θρέμμα του Χόμπιτον κι έπρεπε να ’χεις πιο πολύ μυαλό κι όχι να ’ρχεσαι να παραφυλάς τον κύριο Φρόντο και σαχλαμάρες. Τι είναι αυτά πως έκλεισε το πανδοχείο;
– Όλα έκλεισαν, είπε ο Ρόμπιν. Ο Αρχηγός δε θέλει να πίνουμε μπίρα. Δηλαδή έτσι άρχισε. Τώρα όμως πιστεύω πως την πίνουν όλοι οι Άντρες του. Και δε θέλει να μετακινείται ο κόσμος· κι έτσι, αν το θέλουν ή αν πρέπει, τότε πρέπει να πάνε στο Σπίτι-για-τους-Σαϊρίφηδες και να εξηγήσουν τι και πώς.
– Θα πρέπει να ντρέπεσαι να έχεις σχέση με τέτοιες ανοησίες, είπε ο Σαμ. Εσένα κάποτε σου άρεσαν τα πανδοχεία από μέσα καλύτερα από απέξω. Δε σταματούσες να πηγαίνεις, είχες δεν είχες υπηρεσία.
– Και το ίδιο θα ’κανα ακόμα, Σαμ, αν μπορούσα. Αλλά μη με αποπαίρνεις. Τι μπορώ να κάνω; Ξέρεις πως πήγα Σαϊρίφης πριν εφτά χρόνια, πριν αρχίσουν όλ’ αυτά. Μου δινόταν η ευκαιρία έτσι να πάω εδώ κι εκεί, να γνωρίσω κόσμο, να μαθαίνω τα νέα και να ξέρω πού είχε καλή μπίρα. Τώρα όμως είναι διαφορετικά.
– Μπορούσες όμως να τα παρατήσεις, να πάψεις να είσαι Σαϊρίφης, αν δεν είναι καθώς πρέπει δουλειά πια, είπε ο Σαμ.
– Απαγορεύεται, είπε ο Ρόμπιν.
– Αν ακούσω απαγορεύεται λίγες φορές ακόμα, είπε ο Σαμ, θα θυμώσω για τα καλά.
– Δεν μπορώ να πω πως θα λυπηθώ αν το δω, είπε ο Ρόμπιν, χαμηλώνοντας τη φωνή του. Αν θυμώσουμε όλοι μαζί, κάτι μπορεί να γίνει. Είναι όμως αυτοί οι Άνθρωποι, Σαμ, οι Άντρες του Αρχηγού. Τους στέλνει παντού και, αν κάποιος από μας τους μικρούληδες απαιτήσει τα δικαιώματά του, τον πάνε σέρνοντας στη Φυλακή. Πήραν το γερο-Τηγανίτα, το γερο-Γουίλ τον Ασπροπόδαρο το Δήμαρχο, πρώτα, κι έχουν πάρει και πολλούς άλλους. Τώρα τελευταία το κακό έχει χειροτερέψει. Τώρα συχνά τους δέρνουν.
– Τότε, γιατί τους κάνετε τη δουλειά τους, είπε ο Σαμ θυμωμένα. Ποιος σ’ έστειλε στο Βαθρακοχώρι;
– Κανείς. Μένουμε εδώ στο μεγάλο Σπίτι-για-τους-Σαϊρίφηδες. Είμαστε το Πρώτο Στράτευμα της Ανατολικής Μοίρας τώρα. Είμαστε εκατοντάδες Σαϊρίφηδες τώρα, αν κάτσεις και μας μετρήσεις, και χρειάζονται κι άλλους, μ’ όλους αυτούς τους καινούριους κανονισμούς. Οι περισσότεροι είναι χωρίς τη θέληση τους, όχι όμως όλοι. Ακόμα και στο Σάιρ υπάρχουν μερικοί που τους αρέσει να κοιτάνε τι κάνουν οι άλλοι και να λένε μεγάλα λόγια. Και το χειρότερο: υπάρχουν μερικοί που κάνουν κατασκοπεία για λογαριασμό του Αρχηγού και των Ανθρώπων του.
– Α! Έτσι, λοιπόν, μάθατε τα νέα μας, ε;
– Χωστά. Δε μας επιτρέπουν να το χρησιμοποιούμε τώρα, αλλά χρησιμοποιούν την παλιά Ταχυδρομική Υπηρεσία Επειγόντων και έχουν ειδικούς δρομείς σε διάφορα σημεία. Ένας ήρθε απ’ τις Ασπραυλακιές χθες βράδυ με «μυστικό μήνυμα» και άλλος το πήρε και συνέχισε. Κι ένα μήνυμα γύρισε σήμερα το απομεσήμερο που έλεγε να σας συλλάβουμε και να σας πάμε στο Μπάιγουότερ, όχι ίσια στις Φυλακές. Ο Αρχηγός θέλει να σας δει αμέσως, κατά τα φαινόμενα.
– Δε θα ’ναι και τόσο ορεξάτος, όταν θα ’χει ξεμπερδέψει μαζί του ο κύριος Φρόντο, είπε ο Σαμ.
Το Σπίτι-για-τους-Σαϊρίφηδες στο Βαθρακοχώρι είχε τα ίδια χάλια μι: το κτίριο της Γέφυρας. Είχε μόνο έναν όροφο, αλλά είχε τα ίδια στενά παράθυρα κι ήταν χτισμένο με αποκρουστικά ασπριδερά τού-(ίλα, Βαλμένα όπως όπως. Μέσα ήταν υγρό και πένθιμο και το βραδινό φαγητό το σερβίρισαν σε ένα μακρύ γυμνό τραπέζι που είχε να καθαριστεί εβδομάδες. Το φαγητό δεν άξιζε καλύτερο ντεκόρ. Οι ταξιδιώ-ιι:ς χάρηκαν που έφευγαν. Ήταν κάπου δεκαοκτώ μίλια ως το Μπάιγουότερ και ξεκίνησαν στις δέκα το πρωί. Θα είχαν ξεκινήσει νωρίτερα, μόνο που η καθυστέρηση ενοχλούσε φανερά τον αρχηγό. Ο δυτικός άνεμος είχε γυρίσει βοριάς και η θερμοκρασία έπεφτε, η βροχή όμως είχε σταματήσει.
Η καβαλαρία που έφυγε απ’ το χωριό ήταν μάλλον κωμική, αν και οι ελάχιστοι που βγήκαν να παρακολουθήσουν πώς ήταν οι ταξιδιώτες δε φαίνονταν εντελώς σίγουροι αν επιτρεπόταν το γέλιο. Μια δωδεκάδα Σαϊρίφηδες είχαν πάρει εντολή να συνοδεύσουν τους «κρατουμένους»· αλλά ο Μέρι τους είχε αναγκάσει να προχωρούν μπροστά, ενώ ο Φρόντο και οι φίλοι του πήγαιναν καβάλα από πίσω. Ο Μέρι, ο Πίπιν και ο Σαμ ήταν καθισμένοι με την άνεσή τους και γελούσαν, μιλούσαν και τραγουδούσαν, ενώ οι Σαϊρίφηδες βάδιζαν αδέξια προσπαθώντας να φαίνονται αυστηροί και σπουδαίοι. Ο Φρόντο, όμως, ήταν σιωπηλός με όψη μάλλον λυπημένη και συλλογισμένη.