Выбрать главу

Ο τελευταίος που προσπέρασαν ήταν ένας γεροδεμένος γέροντας που κούρευε ένα φράχτη από θάμνους.

– Γεια χαρά σας! κορόιδεψε. Τώρα ποιος έχει συλλάβει ποιον; Δύο απ’ τους Σαϊρίφηδες αμέσως ξέκοψαν απ’ την ομάδα και προχώρησα καταπάνω του.

– Αρχηγέ! είπε ο Μέρι. Διέταξε τους άντρες σου να επιστρέψουν στις θέσεις τους αμέσως, αν δε θέλεις να τους αναλάβουμε εμείς!

Οι δύο χόμπιτ με μια επιτακτική κουβέντα του αρχηγού τους ξαναγύρισαν μουτρωμένοι.

– Προχωρείτε τώρα! είπε ο Μέρι.

Και μετά απ’ αυτό οι ταξιδιώτες φρόντισαν ώστε ο βηματισμός των πόνυ τους να είναι αρκετά γρήγορος, ώστε να πιέζουν τους Σαϊρίφηδες να προχωρούν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Ο ήλιος βγήκε και, παρ’ όλο τον ψυχρό αέρα, γρήγορα άρχισαν να ιδρώνουν και να ξεφυσάνε. Στον Τριμοίριο Λίθο σταμάτησαν. Είχαν κάνει κάπου δεκατέσσερα μίλια με μία μόνο διακοπή το μεσημέρι. Τώρα ήταν τρεις η ώρα. Πεινούσαν και τα πόδια τους πονούσαν και δεν μπορούσαν ν’ αντέξουν την ταχύτητα.

– Ελάτε με την ησυχία σας, λοιπόν! είπε ο Μέρι. Εμείς συνεχίζουμε.

– Αντίο, χαζο-Ρόμπιν! είπε ο Σαμ. Θα σε περιμένω έξω απ’ τον Πράσινο Δράκο, αν δεν έχεις ξεχάσει πού είναι. Μην καθυστερείτε στο δρόμο!

– Παραβαίνετε τη σύλληψη, αυτό κάνετε, είπε ο αρχηγός λυπητερά, κι εγώ δεν αναλαμβάνω την ευθύνη.

– Θα παραβούμε πολλά πράγματα ακόμα και δε θα σου ζητήσουμε να αναλάβεις την ευθύνη, είπε ο Πίπιν. Καλή σου τύχη!

Οι ταξιδιώτες συνέχισαν το δρόμο τους, και την ώρα που ο ήλιος πλησίαζε να δύσει κατά τους Άσπρους Κάμπους μακριά στο δυτικό ορίζοντα έφτασαν στο Μπάιγουότερ πλάι στην πλατιά λιμνούλα του· κι εκεί είχαν την πρώτη πραγματικά δυσάρεστη έκπληξη. Αυτή ήταν η πατρίδα του Φρόντο και του Σαμ κι ανακάλυψαν τώρα πως την πονούσαν περισσότερο από κάθε άλλο μέρος στον κόσμο. Πολλά από τα σπίτια που ήξεραν έλειπαν. Μερικά έμοιαζαν καμένα. Η όμορφη σειρά από χομπιτότρυπες στη βόρεια όχθη της Λίμνης ήταν εγκαταλειμμένη και οι μικροί τους κήποι, που κατέβαιναν ως την άκρη του νερού, ήταν πνιγμένοι στ’ αγριόχορτα. Κι ακόμη χειρότερα, υπήρχε μια ολόκληρη σειρά από απαίσια καινούρια σπίτια κατά μήκος της Όχθης της Λίμνης, εκεί που ο Δρόμος για το Χόμπιτον πήγαινε παράλληλα με την όχθη. Μια λεωφόρος με δενδροστοιχίες υπήρχε εκεί. Όλα είχαν χαθεί. Και κοιτάζοντας με απελπισία το δρόμο προς το Μπαγκ Εντ είδαν μια ψηλή καπνοδόχο από τούβλα πέρα μακριά, που ξερνούσε μαύρο καπνό στη βραδινή ατμόσφαιρα.

Ο Σαμ ήταν εκτός εαυτού.

– Εγώ θα προχωρήσω, κύριε Φρόντο! φώναξε. Πάω να δω τι τρέχει. Θέλω να βρω το γέρο μου.

– Πρέπει πρώτα να βρούμε τι αντιμετωπίζουμε, Σαμ, είπε ο Μέρι. Πιστεύω πως ο «Αρχηγός» θα έχει καμιά ομάδα μαχαιροβγάλτες πρόχειρους. Καλά θα κάνουμε να βρούμε κάποιον να μας πει πώς έχουν τα πράγματα εδώ γύρω.

Αλλά στο χωριό του Μπάιγουότερ όλα τα σπίτια και οι τρύπες ήταν κλειστά και κανείς δεν τους χαιρέτησε. Αυτό τους έκανε ν’ απορήσουν, αλλά γρήγορα ανακάλυψαν το λόγο. Όταν έφτασαν στον Πράσι-

νο Δράκο, το τελευταίο σπίτι απ’ την πλευρά του Χόμπιτον, άψυχο τώρα και με σπασμένα παράθυρα, με ανησυχία είδαν έξι μεγαλόσωμους κακομούτσουνους Ανθρώπους ακουμπισμένους στον τοίχο του πανδοχείου· ήταν αλλήθωροι και κιτρινιάρηδες.

— Σαν κι εκείνον το φίλο του Μπιλ του Φτεριά στο Μπρι, είπε ο Σαμ.

– Σαν κι εκείνους που είδα στο Ίσενγκαρντ, μουρμούρισε ο Μέρι.

Οι κακοποιοί είχαν ρόπαλα στα χέρια και βούκινα στις ζώνες τους, αλλά, από όσο φαινόταν, δεν είχαν άλλα όπλα. Καθώς οι ταξιδιώτες πλησίασαν, άφησαν τον τοίχο και βγήκαν στο δρόμο, κλείνοντας τον.

– Για πού νομίζετε πως το βάλατε; είπε ένας, ο πιο μεγαλόσωμος και πιο απαίσιος απ’ το τσούρμο. Ο δρόμος δεν πάει πιο κάτω για σας. Και πού ’ν’ τοι οι σπουδαίοι εκείνοι Σαϊρίφηδες;

– Έρχονται μία χαρά, είπε ο Μέρι. Με τα πόδια λίγο πονεμένα, ίσως. Υποσχεθήκαμε να τους περιμένουμε εδώ.

– Φτου, δεν τα ’πα εγώ; είπε ο μαχαιροβγάλτης στους συντρόφους του. Του το ’πα του Σάρκι εγώ πως άδικα εμπιστευόμαστε εκείνους τους ανόητους μικρούληδες. Θα ’πρεπε να ’χαμε στείλει μερικούς από τους δικούς μας.

– Και ποια θα ήταν η διαφορά, παρακαλώ; είπε ο Μέρι. Δεν είμαστε συνηθισμένοι από ληστές σ’ αυτόν τον τόπο, αλλά ξέρουμε πώς να τους αντιμετωπίσουμε.