Выбрать главу

– Αν όμως έχει πολλούς απ’ αυτούς τους κακοποιούς, είπε ο Μέρι, σίγουρα σημαίνει πόλεμος. Δε θα σώσεις το Λόθο ή το Σάιρ με το να είσαι συγκλονισμένος και λυπημένος, καλέ μου Φρόντο.

– Όχι, είπε ο Πίπιν. Δε θα ’ναι εύκολο να τους τρομάξουμε δεύτερη φορά. Τους ξαφνιάσαμε. Άκουσες τα βούκινα; Κατά τα φαινόμενα υπάρχουν κι άλλοι κακοποιοί εδώ κοντά. Θα ’ναι πιο τολμηροί, όταν θα ’ναι περισσότεροι. Στο κάτω κάτω εμείς είμαστε μονάχα τέσσερις, ακόμα κι αν είμαστε οπλισμένοι.

– Έχω μια ιδέα, είπε ο Σαμ. Πάμε στου γερο-Τομ του Καλύβα κάτω στο Νότιο Δρομάκι! Πάντα του ήταν παλικάρι. Κι έχει ένα σωρό γιους, που ήταν όλοι τους φίλοι μου.

– Όχι! είπε ο Μέρι. Δε μας συμφέρει να «καλυφθούμε». Αυτό ακριβώς είναι που έχει κάνει ο κόσμος κι είναι ό,τι πρέπει για τούτους τους κακοποιούς. Θα έρθουν απλώς εναντίον μας όλοι μαζί, θα μας στριμώξουν και ύστερα θα μας αναγκάσουν να βγούμε ή θα μας κάψουν. Όχι, πρέπει να κάνουμε κάτι αμέσως.

– Να κάνουμε τι; είπε ο Πίπιν.

– Να ξεσηκώσουμε το Σάιρ! είπε ο Μέρι. Τώρα! Να ξυπνήσουμε το λαό μας! Μισούν αυτή την κατάσταση, απ’ όσο βλέπετε – όλοι τους, εκτός ίσως από έναν ή δύο κατεργάρηδες και λιγοστούς ανόητους που θέλουν να κάνουν το σπουδαίο και που δεν καταλαβαίνουν καθόλου τι τρέχει στην πραγματικότητα. Ο λαός του Σάιρ έχει ζήσει τόσον καιρό ειρηνικά, ώστε δεν ξέρει τι να κάνει. Ένα σπίρτο χρειάζεται για να πάρουν φωτιά. Οι Άνθρωποι του Αρχηγού θα πρέπει να το γνωρίζουν. Θα προσπαθήσουν να μας πατήσουν και να μας σβήσουν γρήγορα. Έχουμε πολύ λίγο χρόνο στη διάθεσή μας.

– Εσύ, Σαμ, τρέξε στο υποστατικό του Καλύβα, αν θέλεις. Είναι ο πιο σπουδαίος εδώ γύρω και ο πιο τολμηρός. Εμπρός. Θα σαλπίσω με το βούκινο του Ρόαν και θ’ ακούσουν όλοι τέτοια μουσική, που ποτέ τους δεν έχουν ξανακούσει.

Γύρισαν πίσω στη μέση του χωριού. Ο Σαμ ξέκοψε και κατηφόρισε καλπάζοντας το δρομάκι που πήγαινε νότια στου Καλύβα. Δεν είχε προχωρήσει πολύ, όταν άκουσε ένα ξαφνικό καθάριο σάλπισμα ν’ αντηχεί ως τον ουρανό. Αντήχησε μακριά σε λόφους και λιβάδια· τόσο επιτακτικό ήταν το κάλεσμα, που ο ίδιος ο Σαμ σχεδόν γύρισε να τρέξει πίσω. Το πόνυ του πισωσηκώθηκε και χλιμίντρισε.

– Προχώρησε, καλό μου! Προχώρα! φώναξε. Γρήγορα θα γυρίσουμε.

Ύστερα άκουσε το Μέρι ν’ αλλάζει τη νότα και το κάλεσμα με τα Βούκινα του Μπάκλαντ ακούστηκε να πάλλεται στον αέρα.

Ξυπνάτε! Ξυπνάτε! Φόβος, Φωτιά, Εχθροί! Ξυπνάτε! Φωτιά, Εχθροί! Ξυπνάτε!

Πίσω του ο Σαμ άκουσε οχλοβοή και μεγάλη φασαρία και πόρτες να χτυπάνε. Μπροστά του ξεπετάχτηκαν φώτα μες στο σούρουπο· σκυλιά γάβγιζαν πόδια πλησίασαν τρέχοντας. Πριν φτάσει στο τέλος του δρόμου να σου ο Καλύβας ο Τσιφλικάς με τους τρεις γιους του, το Νεαρό Τομ, τον Τζόλι και το Νικ, να έρχονται τρέχοντας προς το μέρος του. Κρατούσαν τσεκούρια στα χέρια τους και του έκλεισαν το δρόμο.

– Όχι! Δεν είναι κανένας απ’ αυτούς τους κακοποιούς, άκουσε ο Σαμ να λέει ο Τσιφλικάς. Απ’ το σουλούπι του μοιάζει με χόμπιτ, αλλά είναι ντυμένος παράξενα. Ε! φώναξε. Ποιος είσαι και τι τρέχει;

– Είμαι ο Σαμ, ο Σαμ Γκάμγκη. Γύρισα.

Ο Καλύβας ο Τσιφλικάς πλησίασε και τον κοίταξε προσεκτικά στο μισοσκόταδο.

– Μωρέ! φώναξε. Η φωνή είναι σωστή και το πρόσωπό σου δεν είναι χειρότερο απ’ ό,τι ήταν, Σαμ. Αλλά δε θα σε γνώριζα, αν σ’ έβλεπα στο δρόμο μ’ αυτά τα ρούχα. Πήγες σε ξένα μέρη, απ’ ό,τι φαίνεται. Φοβηθήκαμε πως είχες πεθάνει.

– Σίγουρα δεν πέθανα! είπε ο Σαμ. Ούτε ο κύριος Φρόντο. Είναι εδώ μαζί με τους φίλους του. Κι αυτή είναι όλη η φασαρία. Ξεσηκώνουν το Σάιρ. Θα ξεκαθαρίσουμε αυτούς τους κακοποιούς μαζί με τον Αρχηγό τους. Κι αρχίζουμε από τώρα.

– Ωραία, ωραία! φώναξε ο Καλύβας ο Τσιφλικάς. Ώστε άρχισε επιτέλους! Μ’ έτρωγε το χέρι μου για φασαρία όλο τούτο το χρόνο, οι άλλοι όμως δε βοηθούσαν. Κι εγώ είχα να σκεφτώ και τη γυναίκα μου και τη Ρόζι. Αυτοί οι κακοποιοί δε σταματούν πουθενά. Ελάτε όμως κόρα, παιδιά! Το Μπάιγουότερ ξεσηκώθηκε! Κι εμείς μαζί!

– Και η κυρία Καλύβα και η Ρόζι; είπε ο Σαμ. Δεν είναι ακόμα καλό να μένουν εντελώς μόνες.

– Ο γιος μου ο Νιμπς είναι μαζί τους. Αλλά μπορείς να πας να τον βοηθήσεις, αν θέλεις, είπε ο Καλύβας ο Τσιφλικάς μ’ ένα εύθυμο χαμόγελο.

Ύστερα αυτός και οι γιοι του άρχισαν να τρέχουν κατά το χωριό.

Ο Σαμ βιάστηκε να πάει στο σπίτι. Πλάι στη μεγάλη στρογγυλή πόρτα, στην κορυφή των σκαλοπατιών που κατέβαζαν στην ευρύχωρη αυλή, στεκόταν η κυρία Καλύβα με τη Ρόζι και ο Νιμπς μπροστά τους μ’ ένα δικράνι στο χέρι.