Выбрать главу

– Εγώ είμαι! φώναξε ο Σαμ καθώς πλησίασε καλπάζοντας. Ο Σαμ Γκάμγκη! Μην ετοιμάζεσαι, λοιπόν, να με τρυπήσεις, Νιμπς. Πάντως, φοράω αλυσιδωτό θώρακα.

Πήδηξε κάτω από το πόνυ του και ανέβηκε τα σκαλιά. Τον κοίταζαν σιωπηλά με ορθάνοιχτα μάτια.

– Καλησπέρα, κυρία Καλύβα! είπε. Γεια σου, Ρόζι!

– Γεια σου, Σαμ! είπε η Ρόζι. Πού είχες πάει; Είπαν πως είχες πεθάνει· εγώ όμως σε περίμενα από την Άνοιξη. Εσύ όμως δε βιάστηκες καθόλου, έτσι;

– Μπορεί και όχι, είπε ο Σαμ ντροπιασμένος. Βιάζομαι όμως τώρα. Τα ’χουμε βάλει με τους κακοποιούς και πρέπει να πάω πίσω στον κύριο Φρόντο. Έκανα όμως τη σκέψη να περάσω να δω τι κάνει η κυρία Καλύβα, κι εσύ, Ρόζι.

– Είμαστε πολύ καλά, ευχαριστώ, είπε η κυρία Καλύβα. Ή, καλύτερα, θα ήμαστε, αν έλειπαν αυτοί οι κλέφτες και οι παλιάνθρωποι.

– Λοιπόν, άντε πήγαινε! είπε η Ρόζι. Αν φρόντιζες τον κύριο Φρόντο όλον τούτον τον καιρό, γιατί τον αφήνεις τώρα που τα πράγματα φαίνονται επικίνδυνα;

Αυτό ήταν πάρα πολύ για το Σαμ. Ή χρειαζόταν μιας εβδομάδας απάντηση ή καμιά. Γύρισε και καβάλησε το πόνυ του. Την ώρα όμως που ξεκινούσε, η Ρόζι κατέβηκε τρέχοντας τα σκαλοπάτια.

– Φαίνεσαι υπέροχος, Σαμ, είπε. Πήγαινε τώρα! Πρόσεχε όμως τον εαυτό σου και κοίτα να γυρίσεις αμέσως μόλις κανονίσετε τους κακοποιούς!

Όταν έφτασε ο Σαμ, βρήκε όλο το χωριό στο πόδι. Εκτός από πολλά νέα παιδιά, ήταν κιόλας συγκεντρωμένοι περισσότεροι από εκατό γεροδεμένοι χόμπιτ με τσεκούρια, βαριά σφυριά, μακριά μαχαίρια και γερά μπαστούνια· μερικοί είχαν και κυνηγετικά τόξα. Και εξακολουθούσαν να έρχονται κι άλλοι από αγροικίες πιο έξω απ’ το χωριό.

Μερικοί από τους χωριανούς είχαν ανάψει μία μεγάλη φωτιά, για να ζωντανέψουν τα πράγματα και επειδή ήταν κάτι που το απαγόρευε ο Αρχηγός. Η φωτιά λαμπάδιαζε καθώς νύχτωνε. Άλλοι, ακολουθώντας τις εντολές του Μέρι, έστηναν οδοφράγματα στο δρόμο στις δύο άκρες του χωριού. Όταν οι Σαϊρίφηδες έφτασαν στο κάτω μέρος του δρόμου έμειναν εμβρόντητοι· αλλά μόλις είδαν πώς είχαν τα πράγματα, οι περισσότεροι έβγαλαν τα φτερά τους κι ενώθηκαν με τους επαναστάτες. Οι υπόλοιποι εξαφανίστηκαν.

Ο Σαμ βρήκε το Φρόντο και τους φίλους του πλάι στη φωτιά να κουβεντιάζουν με το γερο-Τομ τον Καλύβα, ενώ ένα πλήθος απ’ τους κατοίκους του Μπάιγουότερ στεκόταν ολόγυρα και τους παρατηρούσαν γεμάτοι θαυμασμό.

– Λοιπόν, ποια είναι η επόμενη κίνηση; είπε ο Καλύβας ο Τσιφλικάς.

– Δεν μπορώ να πω, είπε ο Φρόντο, ώσπου να μάθω περισσότερα. Πόσοι είναι αυτοί οι κακοποιοί;

– Δύσκολο να υπολογίσει κανείς, είπε ο Καλύβας. Συνεχώς κινούνται και πηγαινοέρχονται. Μερικές φορές είναι κάπου πενήντα στα παραπήγματά τους πάνω κατά το Χόμπιτον αλλά φεύγουν από κει και γυρίζουν παντού και κλέβουν ή «συγκεντρώνουν», όπως το λένε. Πάντως, σπάνια είναι λιγότεροι από είκοσι γύρω από το Αφεντικό, όπως τον λένε. Είναι στο Μπαγκ Εντ ή ήταν αλλά δε βγαίνει έξω από το περιβόλι τώρα. Κι εδώ που τα λέμε, κανείς δεν τον έχει δει για μια δυο βδομάδες· οι Άνθρωποι όμως δεν αφήνουν κανένα να πλησιάσει.

– Δεν είναι το Χόμπιτον το μόνο τους ορμητήριο, είναι; είπε ο Πίπιν.

– Όχι, κι είναι μεγάλο κρίμα. Έχει αρκετούς από δαύτους κάτω νότια στο Λόνγκμπότομ και στο Πέρασμα Σαρν, απ’ ό,τι ακούω· και μερικοί ακόμα κρύβονται στο Γούντι Εντ· κι έχουν παραπήγματα και στο Τρίστρατο. Κι ύστερα είναι και οι Τρύπες-που-Κλειδώνουν, όπως τις λένε – τις παλιές υπόγειες αποθήκες στο Μίσελ Ντέλβινγκ, που τις έχουν κάνει φυλακές για όσους τολμούν να τους σηκώσουν κεφάλι. Πάντως, υπολογίζω πως δεν είναι πάνω από τριακόσιοι όλοι κι όλοι στο Σάιρ, μπορεί και λιγότεροι. Μπορούμε να τους νικήσουμε, αν μείνουμε ενωμένοι.

Έχουν καθόλου όπλα; ρώτησε ο Μέρι.

Μαστίγια, μαχαίρια και ρόπαλα, αρκετά για τις βρομοδουλιές τους – αυτά μας έχουν δείξει ως τώρα, είπε ο Καλύβας. Αλλά, φαντάζομαι, θα ’χουν κι άλλον εξοπλισμό για περίπτωση μάχης. Μερικοί, πάντως, έχουν τόξα. Έχουν χτυπήσει ένα δυο δικούς μας.

Είδες που τα ’λεγα, Φρόντο! είπε ο Μέρι. Το ’ξερα πως θα χρειαζόταν να πολεμήσουμε. Πάντως, αυτοί άρχισαν τους φόνους.

Όχι ακριβώς, είπε ο Καλύβας. Δηλαδή τους σκοτωμούς. Οι Τουκ τους άρχισαν. Βλέπεις, ο πατέρας σου, κύριε Πέρεγκριν, δεν τον χώνευε το Λόθο από την αρχή αρχή. Έλεγε πως, αν κάποιος έπρεπε να παίζει το ρόλο του αρχηγού στις μέρες μας, αυτός ήταν δικαιωματικά ο Θάην του Σάιρ κι όχι κάποιος Τυχάρπαστος. Κι όταν ο Λόθο έστειλε τους Άντρες του, δεν κατάφεραν τίποτα μαζί του. Οι Τουκ είναι τυχεροί, έχουν εκείνες τις βαθιές τρύπες στους Πράσινους Λόφους, τα Μεγάλα Σμάιαλς και τα σχετικά και οι κακοποιοί δεν μπορούν να τους πλησιάσουν κι εκείνοι δεν αφήνουν τους κακοποιούς στον τόπο τους. Αν μπουν, τους κυνηγούν. Οι Τουκ τόξεψαν τρεις που τριγυρνούσαν κι έκλεβαν. Ύστερ’ απ’ αυτό οι κακοποιοί αγρίεψαν περισσότερο. Και Φρουρούν καλά την Περιοχή των Τουκ. Κανείς δεν μπαίνει ή βγαίνει από κει τώρα.