– Μπράβο στους Τουκ! φώναξε ο Πίπιν. Κάποιος όμως θα μπει μέσα ξανά, τώρα. Φεύγω για τα Σμάιαλς. Έρχεται κανείς μαζί μου για το Τούκμπορο;
Ο Πίπιν έφυγε με καμιά δωδεκαριά παλικάρια με πόνυ.
– Δε θ’ αργήσω! φώναξε. Είναι μονάχα δεκατέσσερα μίλια περίπου μέσ’ απ’ τα χωράφια. Θα σας φέρω ένα στρατό Τουκ το πρωί.
Ο Μέρι φύσηξε το βούκινό του καθώς έφευγαν στη νύχτα που πύκνωνε. Ο κόσμος ζητωκραύγαζε.
– Πάντως, είπε ο Φρόντο σε όλους όσοι στέκονταν κοντά, θέλω να αποφύγουμε τους σκοτωμούς· ούτε και στους κακοποιούς, εκτός και δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά, για να τους εμποδίσουμε να κάνουν κακό σε χόμπιτ.
– Εντάξει! είπε ο Μέρι. Αλλά όπου να ’ναι, νομίζω, θα ’χουμε επίσκεψη από τη συμμορία του Χόμπιτον. Και δεν πρόκειται νά ’ρθουν για να κουβεντιάσουμε τα πράγματα. Θα προσπαθήσουμε να τους αντιμετωπίσουμε με το καλό, αλλά πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι και για το χειρότερο. Έχω ένα σχέδιο τώρα.
– Πολύ καλά, είπε ο Φρόντο. Κάνε εσύ τις προετοιμασίες.
Τη στιγμή εκείνη μερικοί χόμπιτ, που τους είχαν στείλει κατά το Χόμπιτον, γύρισαν τρέχοντας.
– Έρχονται! είπαν. Είκοσι ή και περισσότεροι. Δύο όμως έφυγαν δυτικά.
– Για το Τρίστρατο θα πηγαίνουν, είπε ο Καλύβας, για·να φέρουν κι άλλους της συμμορίας. Πάντως είναι δεκαπέντε μίλια πήγαινε κι άλλα τόσα έλα. Δεν υπάρχει λόγος να στεναχωριόμαστε γι’ αυτούς ακόμα.
Ο Μέρι έφυγε γρήγορα για να δώσει οδηγίες. Ο Καλύβας ο Τσιφλικάς άδειασε το δρόμο, στέλνοντας όλους μέσα, εκτός από τους μεγαλύτερους χόμπιτ που είχαν κάποιο είδος όπλου. Δε χρειάστηκε να περιμένουν πολύ. Γρήγορα μπορούσαν ν’ ακούσουν δυνατές φωνές και βαριά πόδια να προχωρούν. Σε λίγο μια ολόκληρη ομάδα κακοποιοί κατηφόρισαν το δρόμο. Είδαν το οδόφραγμα κι έβαλαν τα γέλια. Δε φαντάζονταν πως υπήρχε τίποτα σ’ αυτή τη μικρή χώρα που να μπορούσε ν’ αντισταθεί σε είκοσι απ’ αυτούς μαζί.
Οι χόμπιτ άνοιξαν το οδόφραγμα και παραμέρισαν.
– Ευχαριστούμε! κορόιδεψαν οι Άντρες. Τώρα σπίτι για ύπνο, πριν τις φάτε με το μαστίγιο.
Ύστερα προχώρησαν στο δρόμο φωνάζοντας:
– Σβήστε τα φώτα! Μπείτε μέσα και μην ξαναβγείτε. Διαφορετικά θα πάμε πενήντα από σας στις Τρύπες-που-Κλειδώνουν για ένα χρόνο. Μέσα! Ο Αφέντης αρχίζει και χάνει την υπομονή του.
Κανείς δεν έδωσε σημασία στις διαταγές τους· αλλά, καθώς περνούσαν οι κακοποιοί, πλησίαζαν ήσυχα από πίσω και τους ακολουθούσαν. Όταν οι Άντρες έφτασαν στην φωτιά, να κι ο Καλύβας ο Τσιφλικάς να στέκεται ολομόναχος και να ζεσταίνει τα χέρια του.
– Ποιος είσαι συ και τι θαρρείς πως κάνεις; είπε ο αρχηγός των κακοποιών.
Ο Καλύβας ο Τσιφλικάς τον κοίταξε με την ησυχία του.·
– Κι εγώ μόλις ετοιμαζόμουν να σου κάνω αυτή την ερώτηση, είπε. Αυτή εδώ δεν είναι η χώρα σας και δε σας θέλουμε.
– Εσένα πάντως σε θέλουν, είπε ο αρχηγός. Εμείς σε θέλουμε. Πιάστε τον, παιδιά! Στις Τρύπες-που-Κλειδώνουν και δώστε του και κάτι για να ησυχάσει!
Οι Άντρες έκαναν ένα βήμα μπροστά και σταμάτησαν. Άγριες φωνές τούς περικύκλωσαν και κατάλαβαν ξαφνικά πως ο Καλύβας ο Τσιφλικάς δεν ήταν ολομόναχος. Ήταν περικυκλωμένοι. Στο σκοτάδι, εκεί που τελείωνε το φως της φωτιάς, στέκονταν ένας κλοιός χόμπιτ που είχαν συρθεί από τις σκιές. Ήταν κάπου διακόσιοι και όλοι κρατούσαν κάποιο όπλο.
Ο Μέρι βγήκε μπροστά.
– Ξανανταμώσαμε και προηγουμένως, είπε στον αρχηγό, και σε προειδοποίησα να μην ξαναγυρίσεις εδώ. Σε προειδοποιώ ξανά – στέ%%. στο φως και σας σημαδεύουν τοξότες. Αν αγγίξετε αυτόν το τωρικό ή οποιονδήποτε άλλον, θα σας ρίξουμε αμέσως. Πετάξτε τα όπλα σας!
Ο αρχηγός κοίταξε ένα γύρο. Ήταν παγιδευμένος. Αλλά δεν ήταν φοβισμένος, τώρα που είχε είκοσι δικούς του να τον υποστηρίζουν. Ηξερε ελάχιστα από χόμπιτ και δεν καταλάβαινε το θανάσιμο κίνδυνο που διέτρεχε. Ανόητα αποφάσισε να πολεμήσει. Θα ήταν εύκολο να σπάσει τον κλοιό. .
Απάνω τους, παιδιά! φώναξε. Δώστε τους να καταλάβουν!
Μ’ ένα μακρύ μαχαίρι στο αριστερό του χέρι κι ένα ρόπαλο στο άλλο έκανε να ορμήσει στον κλοιό, προσπαθώντας να τον διασπάσει πίσω προς το Χόμπιτον. Ετοιμάστηκε να χτυπήσει άγρια το Μέρι που βρισκόταν στο δρόμο του. Έπεσε νεκρός με τέσσερα βέλη στο κορμί Λυτό ήταν αρκετό για τους υπόλοιπους. Παραδόθηκαν. Τους πήραν τα όπλα, τους έδεσαν όλους μαζί και τους πήγαν σ’ ένα άδειο καλύβι, που αυτοί οι ίδιοι είχαν χτίσει, κι εκεί τους έδεσαν χεροπόδαρα και τους κλείδωσαν, βάζοντας φρουρά. Το νεκρό τους αρχηγό τον έσυραν πιο πέρα και τον έθαψαν.