Выбрать главу

– Τελικά, φαίνεται πολύ εύκολο, έτσι δεν είναι; είπε ο Καλύβας. Εγώ το έλεγα πως μπορούσαμε να τους νικήσουμε. Χρειαζόμαστε όμως κάποιον να μας ξεσηκώσει. Γυρίσατε ακριβώς πάνω στην ώρα, κύριε Μέρι.

– Έχουμε κι άλλα να κάνουμε ακόμα, είπε ο Μέρι. Αν είναι σωστοί οι υπολογισμοί σου, δεν έχουμε κανονίσει ούτε το ένα δέκατο απ’ αυτούς ως τώρα. Τώρα όμως είναι νύχτα. Νομίζω πως η επόμενη κίνηση πρέπει να περιμένει ως το πρωί. Ύστερα πρέπει να κάνουμε μια επίσκεψη στον Αρχηγό.

– Γιατί όχι τώρα; είπε ο Σαμ. Δεν είναι παραπάνω από έξι η ώρα. Κι εγώ θέλω να δω το γέρο μου. Ξέρεις τι γίνεται, κύριε Καλύβα;

– Δεν είναι ούτε πολύ καλά ούτε πολύ άσχημα, Σαμ, είπε ο αγρότης. Έσκαψαν όλο το Μπάγκσοτ Ρόου κι αυτό ήταν άσχημο χτύπημα γι’ αυτόν. Μένει σ’ ένα απ’ αυτά τα καινούρια σπίτια, που οι Άντρες του Αρχηγού έχτιζαν κάποτε, τότε που έκαναν και καμιά άλλη δουλειά εκτός από το να καίνε και να κλέβουν – κάπου ένα μίλι πάνω απ’ την άκρη του Μπάιγουότερ. Έρχεται όμως και με βλέπει, όταν τα καταφέρνει κι εγώ φροντίζω να τρώει καλύτερα από κάτι άλλους φτωχούς. Όλα παραβαίνοντας Τους Κανονισμούς, φυσικά. Θα τον έπαιρνα σπίτι, αλλά το απαγόρευαν.

– Πολύ σ’ ευχαριστώ, κύριε Καλύβα, και ποτέ δε θα το ξεχάσω, είπε ο Σαμ. Θέλω όμως να τον δω. Εκείνο τ’ Αφεντικό κι εκείνος ο Σάρκι, που έλεγαν, μπορεί να κάνουν καμιά βρομοδουλειά εκεί πέρα πριν ξημερώσει.

– Εντάξει, Σαμ, είπε ο Καλύβας. Διάλεξε ένα δύο παλικάρια και πήγαινε να τον φέρεις στο σπίτι μου. Δε θα χρειαστεί να πας στο παλιό το Χόμπιτον πέρα απ’ το Νερό. Ο Τζόλι μου εδώ θα σου δείξει.

Ο Σαμ έφυγε. Ο Μέρι κανόνισε σκοπιές ολόγυρα στο χωριό και φρουρά στα οδοφράγματα για τη νύχτα. Ύστερα, αυτός κι ο Φρόντο έφυγαν με τον Καλύβα τον Τσιφλικά. Κάθισαν με την οικογένεια στην ζεστή κουζίνα και η οικογένεια Καλύβα έκαναν μερικές ευγενικές ερωτήσεις για τα ταξίδια τους, αλλά μόλις που πρόσεχαν τις απαντήσεις – τα γεγονότα του Σάιρ τους απασχολούσαν πολύ περισσότερο.

– Όλα άρχισαν με το Σπυριάρη, όπως τον λέμε, είπε ο Καλύβας ο Τσιφλικάς· και άρχισαν μόλις έφυγες, κύριε Φρόντο. Είχε παράξενες ιδέες αυτός ο Σπυριάρης. Φαίνεται τα ήθελε όλα δικά του και να δίνει διαταγές στους άλλους. Και δεν άργησε να βγει στη φόρα πως είχε. κιόλας περισσότερα απ’ ό,τι ήταν για το καλό του· και συνεχώς άρπαζε περισσότερα, αν κι ήταν μυστήριο πού έβρισκε τα λεφτά – μύλους και ζυθοποιεία, πανδοχεία και αγροκτήματα και φυλλο-φυτείες. Είχε κιόλας αγοράσει το μύλο του Σάντιμαν, πριν έρθει στο Μπαγκ Εντ, κατά τα φαινόμενα.

»Βέβαια, ξεκίνησε μ’ ένα σωρό περιουσία στη Νότια Μοίρα, που την είχε κληρονομήσει απ’ τον πατέρα του’ και φαίνεται πουλούσε ένα σωρό από το καλύτερο φύλλο και το έστελνε έξω κρυφά για κάνα δύο χρόνια. Αλλά στο τέλος του περασμένου χρόνου άρχισε να στέλνει ένα σωρό πράγματα, όχι μόνο φύλλο. Άρχισαν να υπάρχουν ελλείψεις και με τον ερχομό του χειμώνα μάλιστα. Ο κόσμος θύμωσε, αλλά αυτός βρήκε λύση. Ένα σωρό Άνθρωποι, κακοποιοί κυρίως, ήρθαν με μεγάλα κάρα, μερικοί για να πάρουν την παραγωγή πέρα στο νοτιά κι άλλοι για να μείνουν. Κι όλο έρχονταν κι άλλοι. Και πριν καλά καλά το καταλάβουμε, αυτοί είχαν εγκατασταθεί εδώ κι εκεί σ’ όλο το Σάιρ κι έκοβαν δέντρα κι έσκαβαν κι έφτιαχναν για τον εαυτό τους παραπήγματα και σπίτια όπως ήθελαν. Στην αρχή ο Σπυριάρης πλήρωνε ό,τι έπαιρναν κι ό,τι χαλούσαν γρήγορα όμως άρχισαν να μας κάνουν το αφεντικό και να παίρνουν ό,τι ήθελαν.

»Τότε, έγιναν κάτι φασαρίες, όχι αρκετές όμως. Ο γερο-Γουίλ ο Δήμαρχος ξεκίνησε να πάει στο Μπαγκ Εντ να διαμαρτυρηθεί, αλλά δεν έφτασε ποτέ εκεί. Οι κακοποιοί τον έπιασαν και τον φυλάκισαν σε μία τρύπα στο Μίσελ Ντέλβινγκ, κι εκεί είναι τώρα. Κι ύστερα απ’ αυτό, λίγο μετά την Πρωτοχρονιά, δεν υπήρχε πια Δήμαρχος κι ο Σπυριάρης ονόμασε τον εαυτό του Αρχηγό των Σαϊρίφηδων ή σκέτο Αρχηγό κι έκανε ό,τι ήθελε· κι αν κανένας έκανε πως «παίρνει αέρα» όπως έλεγαν, ακολουθούσε το Γουίλ. Έτσι τα πράγματα πήγαιναν απ’ το κακό στο χειρότερο. Δεν έμεινε καθόλου καπνός, παρά μονάχα για τους Άντρες· κι ο Αρχηγός δεν ήθελε την μπίρα, παρά μονάχα για τους Άντρες του κι έκλεισε όλα τα πανδοχεία· κι όλα εκτός απ’ τους κανονισμούς όλο και λιγόστευαν, εκτός και μπορούσε κανείς κάτι να ερύψει όταν οι κακοποιοί τριγύριζαν συγκεντρώνοντας την παραγωγή άγια δίκαιη διανομή» — που σήμαινε πως αυτοί τα ’παιρναν κι εμείς τίποτα, εκτός απ’ τα υπολείμματα που μπορούσες να τα βρεις στα Σπίτια-για-τους-Σαϊρίφηδες, αν μπορούσες να τα φας. Φοβερή κατάσταση. Αλλά από τότε που ήρθε ο Σάρκι έχουμε καταστραφεί.

Και ποιος είναι αυτός ο Σάρκι; είπε ο Μέρι. Άκουσα κάποιον απ’ τους κακοποιούς να μιλάει γι’ αυτόν.

Ο πιο μεγάλος κακοποιός απ’ όλους, κατά τα φαινόμενα, απάντησε ο Καλύβας. Ήταν εκεί στο τέλος της συγκομιδής, κάπου στο τέλος του Σεπτέμβρη, που πρωτακούσαμε γι’ αυτόν. Δεν τον έχουμε δει ποτέ, αλλά είναι πάνω στο Μπαγκ Εντ· κι είναι, πιστεύω, αυτός ο πραγματικός Αρχηγός. Κι όλοι οι κακοποιοί κάνουν ό,τι πει αυτός· κι αυτό που λέει περισσότερο είναι: κόψτε, κάψτε κι ερημώστε· και τώρα άρχισαν να σκοτώνουν κιόλας. Δεν υπάρχει πια. ούτε καν κακή λογική σ’ αυτά που κάνουν. Κόβουν δέντρα και τα παρατάνε, καίνε σπίτια και δε χτίζουν πια.