»Πάρε τώρα το μύλο του Σάντιμαν για παράδειγμα. Ο Σπυριάρης τον γκρέμισε σχεδόν αμέσως μόλις ήρθε στο Μπαγκ Εντ. Ύστερα ι’:φερε ένα σωρό βρόμικους Άντρες για να χτίσει ένα μεγαλύτερο και να τον γεμίσει με τροχούς και ξενόφερτους μηχανισμούς. Μόνο εκείνος ο ανόητος ο Τεντ ήταν ευχαριστημένος και δουλεύει εκεί και καθαρίζει τα γρανάζια για λογαριασμό των Ανθρώπων, ενώ ο πατέρας του ήταν ο Μυλωνάς κι αφέντης του εαυτού του. Η σκέψη του Σπυριάρη ήταν ν’ αλέθει γρηγορότερα και περισσότερα, έτσι έλεγε τουλάχιστον. Έχει κι άλλους μύλους σαν κι αυτόν. Πρέπει όμως να έχεις στάρι πριν αλέσεις· και δεν έχει περισσότερο για τον καινούριο μύλο απ’ τον παλιό. Αλλά από τότε που ήρθε ο Σάρκι δεν αλέθουν πια καλαμπόκι. Συνέχεια σφυροκοπούν και βγάζουν καπνό και βρόμα και δεν υπάρχει ησυχία ούτε το βράδυ στο Χόμπιτον. Και ρίχνουν βρομιές έξω επίτηδες· κι έχουν μολύνει όλο το κάτω Νερό και φτάνει ως τον Μπράντιγουάιν. Αν θέλουν να μετατρέψουν το Σάιρ σ’ έρημο, τα πάνε μια χαρά. Εγώ δεν πιστεύω πως αυτός ο ανόητος ο Σπυριάρης κρύβεται πίσω απ’ όλα αυτά. Εγώ λέω πως είναι ο Σάρκι.
– Σωστά! μπήκε στη μέση ο Μικρός Τομ. Αφού πήραν και τη γριά τη μάνα του Σπυριάρη, εκείνη τη Λομπέλια, κι αυτός την αγαπούσε κι ας ήταν ο μόνος. Μερικοί στο Χόμπιτον το είδαν με τα μάτια τους. Εκείνη κατηφόριζε το δρομάκι με την παλιά ομπρέλα της στο χέρι.
Μερικοί απ’ αυτούς τους αλήτες ανηφόριζαν μ’ ένα μεγάλο κάρο.
» «Πού πάτε;» τους λέει.
» «Στο Μπαγκ Εντ», λένε εκείνοι.
» «Γιατί;» τους λέει.
» «Να φτιάξουμε μερικά παραπήγματα για το Σάρκι», λένε εκείνοι.
»«Και ποιος σας έδωσε την άδεια;» λέει εκείνη.
» «Ο Σάρκι, λένε εκείνοι. Φύγε, λοιπόν, απ’ τη μέση, παλιόγρια!»
» «Τώρα θα σας κανονίσω εγώ και το Σάρκι κι εσάς βρομοκλέφτες κι αλήτες!» τους λέει και σηκώνει την ομπρέλα της και ορμάει στον αρχηγό που ήταν σχεδόν διπλός απ’ αυτήν. Κι έτσι την πήραν. Την έσυραν στις Τρύπες-που-Κλειδώνουν, κι ας ήταν και τόσων χρονών. Πήραν κι άλλους που μας λείπουν περισσότερο, αλλά δεν μπορούμε να μην το πούμε πως έδειξε μεγαλύτερο θάρρος από πολλούς.
Εκεί που έκαναν αυτή την κουβέντα, να σου κι ο Σαμ με το γέρο του. Ο γερο-Γκάμγκη δεν έδειχνε να έχει γεράσει, αλλά η ακοή του είχε λιγοστέψει κι άλλο.
– Καλησπέρα, κύριε Μπάγκινς! είπε. Πολύ χαίρομαι που γύρισες πίσω γερός και δυνατός. Αλλά έχω κι ένα παράπονο μαζί σου, αν μου επιτρέπεις. Δεν έπρεπε ποτέ να πουλήσεις το Μπαγκ Εντ, όπως πάντα μου έλεγα. Αυτό άρχισε όλο το κακό. Κι όσο εσύ τριγυρνούσες στα ξένα και κυνηγούσες Μαύρους Ανθρώπους στα βουνά, απ’ ό,τι μου λέει ο Σαμ, αν και δε μου ξεκαθάρισε το γιατί, ήρθαν αυτοί και κατασκάψανε το Μπάγκσοτ Ρόου και μου χαλάσανε και τις πατάτες μου!
– Πολύ λυπάμαι, κύριε Γκάμγκη, είπε ο Φρόντο. Τώρα όμως που γύρισα, θα κάνω ό,τι μπορώ για να επανορθώσω.
– Πάντως, τα λες πολύ ωραία, είπε ο γέρος. Ο κύριος Φρόντο Μπάγκινς είναι κύριος με τα όλα του, πάντα μου το ’λεγα, ό,τι κι αν σκέφτεσαι για μερικούς άλλους με το ίδιο όνομα, με το συμπάθιο. Κι ελπίζω ο Σαμ μου να έδειξε διαγωγή και να ήταν εντάξει;
– Πολύ εντάξει, κύριε Γκάμγκη, είπε ο Φρόντο. Και για να πούμε την αλήθεια, κι αν θες το πιστεύεις, είναι τώρα ένας απ’ τους πιο διάσημους σ’ όλον τον κόσμο και φτιάχνουν τραγούδια για τα ανδραγαθήματά του από δω ως κάτω στη Θάλασσα και πέρ’ απ’ το Μεγάλο Ποταμό.
Ο Σαμ κοκκίνισε, αλλά κοίταξε μ’ ευγνωμοσύνη το Φρόντο, γιατί τα μάτια της Ρόζι έλαμπαν και του χαμογελούσε.
– Δεν είναι κι εύκολο να το πιστέψω, είπε ο γέρος, αν και φαίνεται πως είχε παράξενες συντροφιές. Τι γίναν τα ρούχα του; Δε μ’ αρέσουν οι σιδερένιες φορεσιές, ακόμα κι αν του πάνε.
Η οικογένεια του Καλύβα του Τσιφλικά κι όλοι του οι φιλοξενούμετοι σηκώθηκαν νωρίς το άλλο πρωί. Τίποτα δεν είχε ακουστεί τη νύχτα, αλλά σίγουρα θα ’χαν κι άλλες φασαρίες πριν προχωρήσει πολύ ημέρα.
Φαίνεται πως κανείς απ’ τους κακοποιούς δεν έμεινε στο Μπαγκ Εντ, είπε ο Καλύβας· αλλά η συμμορία απ’ το Τρίστρατο όπου να ’ναι θα φανεί.
Μετά το πρωινό φαγητό έφτασε ένας έφιππος αγγελιαφόρος. Είχε μεγάλα κέφια.
Ο Θάην έχει σηκώσει στο πόδι όλο τον τόπο μας, είπε, και τα νέα τρέχουν παντού σαν τη φωτιά. Οι αλήτες που φύλαγαν τον τόπο μας το βαλαν στα πόδια νότια, όσοι γλίτωσαν. Ο Θάην τούς έχει πάρει στο κι/τόπι, για να εμποδίσει ένα μεγάλο τσούρμο που είναι κατά κει· έχει στείλει όμως πίσω τον κύριο Πέρεγκριν μαζί μ’ όλους όσους μπορούσε να στείλει.