– Έχει όμως μεγάλη εξουσία, παρ’ όλα αυτά, είπε ο Γκίμλι· και τώρα θα χτυπήσει γρηγορότερα.
– Το Βιαστικό χτύπημα συχνά αστοχεί, είπε ο Άραγκορν. Πρέπει να πιέσουμε τον Εχθρό μας, και να μην περιμένουμε πια απ’ αυτόν να κινηθεί. Βλέπετε, φίλοι μου. όταν έθεσα τη Σφαίρα κάτω από τον έλεγχό μου, έμαθα πολλά πράγματα. Είδα να έρχεται ένας σοβαρός κίνδυνος απρόβλεπτος εναντίον της Γκόντορ από το Νοτιά, που θα απορροφήσει μεγάλες δυνάμεις από την άμυνα της Μίνας Τίριθ. Αν δεν αντιμετωπιστεί γρήγορα, κρίνω πως η Πόλη θα χαθεί πριν περάσουν δέκα μέρες.
– Τότε θα πρέπει να χαθεί, είπε ο Γκίμλι. Γιατί, τι Βοήθεια μπορεί να σταλεί εκεί και πώς θα φτάσει εκεί εγκαίρως;
– Δεν έχω βοήθεια να στείλω, επομένως πρέπει να πάω εγώ ο ίδιος, είπε ο Άραγκορν. Αλλά υπάρχει ένας μόνο δρόμος μέσα από τα βουνά, που θα με φέρει στις ακτές πριν χαθούν όλα. Κι αυτός είναι τα Μονοπάτια των Νεκρών.
– Τα Μονοπάτια των Νεκρών! είπε ο Γκίμλι. Είναι απαίσια ονομασία· και δεν αρέσει καθόλου στους Άντρες του Ρόαν, απ’ ό,τι είδα. Μπορούν οι ζωντανοί να χρησιμοποιήσουν τέτοιο δρόμο δίχως να χαθούν; Και ακόμα κι αν περάσεις από εκείνον το δρόμο, τι θα προσφέρουν τόσο λίγοι για ν’ αντικρούσουν τα χτυπήματα της Μόρντορ;
– Οι ζωντανοί ποτέ δεν έχουν χρησιμοποιήσει αυτόν το δρόμο από τότε που ήρθαν οι Ροχίριμ, είπε ο Άραγκορν, γιατί είναι κλειστός γι’ αυτούς. Αλλά σ’ αυτή τη σκοτεινή ώρα ο κληρονόμος του Ισίλντουρ μπορεί να τον χρησιμοποιήσει, αν τολμά. Ακούστε! Αυτό το μήνυμα μου έφεραν οι γιοι του Έλροντ από τον πατέρα τους στο Σκιστό Λαγκάδι, που είναι ο πιο σοφός σε ό,τι αφορά τις παραδόσεις: Πείτε στον Άραγκορν να θυμηθεί τα λόγια του προφήτη και τα Μονοπάτια των Νεκρών.
– Και τι λένε τα λόγια του προφήτη; είπε ο Λέγκολας.
– Έτσι μίλησε ο Μάλμπεθ ο Προφήτης, στις μέρες του Άβέρντούι, τελευταίου βασιλιά στο Φόρνοστ, είπε ο Άραγκορν:
– Σκοτεινοί δρόμοι το δίχως άλλο, είπε ο Γκίμλι, αλλά όχι πιο σκοτεινοί απ’ ό,τι ετούτοι εδώ οι στίχοι για μένα.
– Αν θέλεις να τους καταλάβεις καλύτερα, τότε σου ζητώ να έρθεις μαζί μου, είπε ο Άραγκορν γιατί τώρα θα πάρω αυτόν το δρόμο. Αλλά δεν το κάνω ευχαρίστως· η ανάγκη μόνο με κάνει. Επομένως, μόνο αν το αποφασίσετε ελεύθερα θα ήθελα να έρθετε, γιατί θα αντιμετωπίσετε και κόπο και μεγάλο φόβο και ίσως και χειρότερα.
– Θα πάω μαζί σου ακόμα και στα Μονοπάτια των Νεκρών, σε όποιο μέρος κι αν βγάζουν, είπε ο Γκίμλι.
– Κι εγώ θα έρθω, είπε ο Λέγκολας, γιατί δε φοβάμαι τους Νεκρούς.
– Ελπίζω πως αυτοί οι ξεχασμένοι άνθρωποι δε θα ’χουν ξεχάσει πώς να πολεμούν, είπε ο Γκίμλι· γιατί αλλιώς δε βλέπω το λόγο γιατί να τους ενοχλήσουμε.
– Αυτό θα το μάθουμε, αν ποτέ φτάσουμε στο Έρεχ, είπε ο Άραγκορν. Αλλά ο όρκος που πάτησαν ήταν να πολεμήσουν εναντίον του Σόρον και επομένως πρέπει να πολεμήσουν για να τον εκπληρώσουν. Γιατί στο Έρεχ στέκεται ακόμα ένας βράχος μαύρος που λέγεται πως τον έφερε απ’ το Νούμενορ ο Ισίλντουρ· τον έστησε πάνω σ’ ένα λόφο και πάνω του ο Βασιλιάς των Βουνών ορκίστηκε πίστη σ’ αυτόν τότε που πρωτοϊδρύθηκε το βασίλειο της Γκόντορ. Όταν όμως ο Σόρον ξαναγύρισε και αυξήθηκε η δύναμή του πάλι, ο Ισίλντουρ κάλεσε τους Ανθρώπους των Βουνών να εκπληρώσουν τον όρκο τους και αυτοί δεν το έκαναν: γιατί είχαν λατρέψει το Σόρον τα Μαύρα Χρόνια.
»Τότε ο Ισίλντουρ είπε στο βασιλιά τους: «Εσύ θα είσαι ο τελευταίος βασιλιάς. Και αν η Δύση αποδειχτεί ισχυρότερη από το Μαύρο σου Κύριο, αυτή την κατάρα δίνω σε σένα και στο λαό σου: ποτέ να μη βρείτε ανάπαυση ώσπου να εκπληρωθεί ο όρκος σας. Διότι αυτός ο πόλεμος θα διαρκέσει χρόνια αμέτρητα και πριν το τέλος θα κληθείτε για άλλη μία φορά». Κι εκείνοι το ’βαλαν στα πόδια εμπρός στο θυμό του Ισίλντουρ και δεν τόλμησαν να βγουν να πολεμήσουν στο πλευρό του Σόρον και κρύφτηκαν σε τόπους μυστικούς στα βουνά και δεν είχαν δοσοληψίες με άλλους ανθρώπους, και σιγά σιγά έσβησαν στους άγονους λόφους. Και ο τρόμος των Ακοίμητων Νεκρών πλανιέται στο Λόφο του Έρεχ και σε όλα τα μέρη που έμενε αυτός ο λαός. Αλλά απ’ αυτόν το δρόμο πρέπει να πάω, μιας και δεν υπάρχουν ζωντανοί για να με βοηθήσουν.