Σηκώθηκε.
– Ελάτε! φώναξε και τράβηξε το σπαθί του, που άστραψε στη μισοφωτισμένη τραπεζαρία του Φρουρίου. Στο Βράχο του Έρεχ! Ζητώ τα Μονοπάτια των Νεκρών. Ας έρθουν μαζί μου όσοι θέλουν!
Ο Λέγκολας κι ο Γκίμλι δεν απάντησαν, αλλά σηκώθηκαν και ακολούθησαν τον Άραγκορν έξω. Στην πλατεία περίμεναν, ακίνητοι και σιωπηλοί, οι κουκουλωμένοι Περιφερόμενοι Φύλακες. Ο Λέγκολας και ο Γκίμλι ανέβηκαν στο άλογο. Ο Άραγκορν πήδηξε στο Ροχέριν. Ύστερα ο Χάλμπαραντ σήκωσε ένα μεγάλο βούκινο, που το σάλπισμά του αντήχησε στο Λημέρι του Χελμ· και μ’ αυτό όρμησαν καλπάζοντας κάτω στο Λαγκάδι σαν τον κεραυνό, ενώ όλοι οι άντρες που είχαν μείνει στο Χαντάκι ή στο Φρούριο κοίταζαν κατάπληκτοι.
Και ενώ ο Θέοντεν προχωρούσε αργά ακολουθώντας τα μονοπάτια των βουνών, ο Γκρίζος Λόχος διέσχισε γρήγορα τον κάμπο και την επόμενη μέρα το απομεσήμερο έφτασαν στο Έντορας· εκεί έκαναν ένα σύντομο σταθμό, πριν ανηφορίσουν στην κοιλάδα, κι έτσι έφτασαν στο Ντάνχάροου καθώς έπεφτε το σκοτάδι.
Η Αρχόντισσα Έογουιν τους υποδέχτηκε και χάρηκε για τον ερχομό τους· γιατί δεν είχε ποτέ της δει πιο δυνατούς άντρες απ’ τους Ντούνεντεν και τους όμορφους γιους του Έλροντ· αλλά πιο πολύ απ’ όλους τα μάτια της γύριζαν στον Άραγκορν. Και όταν κάθισαν για το δείπνο μαζί της, κουβέντιασαν όλοι μαζί και έμαθε όλα τα νέα από τότε που είχε φύγει ο Θέοντεν, γιατί γύρω από αυτά μόνο κάτι βιαστικές πληροφορίες είχαν φτάσει μέχρι αυτήν ως τώρα. Και όταν άκουσε για τη μάχη στο Λημέρι του Χελμ και τη μεγάλη σφαγή των εχθρών τους και για την επίθεση του Θέοντεν και των ιπποτών του, τότε τα μάτια της έλαμψαν. Τέλος όμως είπε:
– Άρχοντες, είσαστε κουρασμένοι. Να πάτε τώρα στα κρεβάτια σας, που τα κάναμε όσο πιο αναπαυτικά μπορέσαμε στο λίγο χρόνο που είχαμε στη διάθεση μας. Αύριο, όμως, θα σας τακτοποιήσουμε καλύτερα.
Όμως ο Άραγκορν είπε:
– Όχι, κυρία, μην μπαίνεις στον κόπο για μας! Αν μας επιτρέπεις να ξεκουραστούμε εδώ απόψε και να πάρουμε το πρωινό μας αύριο, θα είναι αρκετό. Γιατί έχω αναλάβει μία πολύ επείγουσα αποστολή και μόλις χαράξει πρέπει να φύγουμε.
Του χαμογέλασε και είπε:
– Τότε, ήταν πολύ ευγενικό, άρχοντα, να ταξιδέψεις τόσα μίλια έξω από το δρόμο σου για να φέρεις νέα στην Έογουιν και να κουβεντιάσεις μαζί της στην εξορία που βρίσκεται.
– Κανένας δε θα θεωρούσε ένα τέτοιο ταξίδι χαμένο, είπε ο Άραγκορν, όμως, κυρία, δε θα είχα έρθει από δω, αν ο δρόμος που πρέπει να πάρω δε με έφερνε στο Ντάνχάροου.
Κι εκείνη αποκρίθηκε, σαν κάποιος που δεν του αρέσουν τα λεγόμενα:
– Τότε, άρχοντα, πήρες λάθος δρόμο· γιατί από το Χάροουντέιλ δεν υπάρχει δρόμος που να πηγαίνει ούτε ανατολικά ούτε νότια· και το καλύτερο είναι να επιστρέψεις από εκεί που ήρθες.
– Όχι, κυρία, είπε, δεν έχω πάρει λάθος δρόμο· γιατί εγώ έχω ταξιδέψει σ’ αυτόν τον τόπο πριν γεννηθείς εσύ για να τον ομορφύνεις. Υπάρχει δρόμος που βγαίνει από αυτή την κοιλάδα και αυτόν το δρόμο θα πάρω. Αύριο θα πάρω τα Μονοπάτια των Νεκρών.
Τότε τον κοίταξε λες και την είχε χτυπήσει κάτι και το πρόσωπό της πάνιασε και για πολλή ώρα δε μίλησε, ενώ όλοι οι άλλοι κάθονταν σιωπηλοί.
– Αλλά, Άραγκορν, είπε τέλος, είναι λοιπόν η αποστολή σου να γυρέψεις το θάνατο; Γιατί μόνον αυτόν θα βρεις σ’ εκείνον το δρόμο. Δεν αφήνουν τους ζωντανούς να περάσουν.
– Εμένα μπορεί να με αφήσουν να περάσω, είπε ο Άραγκορν πάντως, εγώ τουλάχιστο θα το αποτολμήσω. Κανένας άλλος δρόμος δεν εξυπηρετεί.
– Μα αυτό είναι τρέλα, είπε. Εδώ πέρα έχεις άντρες φημισμένους κι επιδέξιους πολεμιστές, που δεν πρέπει να τους πας στα σκοτάδια, αλλά στον πόλεμο, που χρειάζονται άντρες. Σε παρακαλώ, μείνε να πας με τον αδελφό μου· γιατί τότε θα χαρούν οι καρδιές μας και θα ζωντανέψουν οι ελπίδες μας.
– Δεν είναι τρέλα, κυρία, απάντησε, γιατί ακολουθώ δρόμο που μου έχει οριστεί. Αλλά όσοι με ακολουθούν, το κάνουν ελεύθερα· κι αν θελήσουν τώρα να μείνουν και να πάνε με τους Ροχίριμ, μπορούν να το κάνουν. Εγώ όμως θα πάρω τα Μονοπάτια των Νεκρών, μονάχος στην ανάγκη.
Ύστερα δεν είπαν τίποτ’ άλλο κι έφαγαν σιωπηλοί· όμως τα μάτια της δεν έφευγαν από τον Άραγκορν και οι άλλοι είδαν πως βρισκόταν σε μεγάλη αγωνία. Τέλος σηκώθηκαν, αποχαιρέτισαν την κυρά, την ευχαρίστησαν για τις φροντίδες της και πήγαν να ξεκουραστούν.
Καθώς όμως ο Άραγκορν πήγε στο πρόχειρο κατάλυμα που θα έμενε με το Λέγκολας και τον Γκίμλι και οι σύντροφοι του είχαν μπει μέσα, ήρθε η Αρχόντισσα Έογουιν πίσω του και τον φώναξε. Στράφηκε και την είδε να θαμποφέγγει στο σκοτάδι, γιατί ήταν ντυμένη στ’ άσπρα· τα μάτια της όμως πετούσαν φλόγες.