Выбрать главу

– Άραγκορν, είπε, γιατί θέλεις να πάρεις αυτόν το δρόμο του θανάτου;

– Γιατί πρέπει, είπε. Μόνον έτσι βλέπω πως υπάρχει ελπίδα να εκτελέσω το ρόλο μου στον πόλεμο εναντίον του Σόρον. Δε διαλέγω εγώ τα επικίνδυνα μονοπάτια, Έογουιν. Αν πήγαινα εκεί που είναι η καρδιά μου, θα βρισκόμουν τώρα πέρα μακριά στο Βοριά, στην όμορφη κοιλάδα του Σκιστού Λαγκαδιού.

Για λίγο έμεινε σιωπηλή, λες και αναλογιζόταν τη σημασία των λόγων του. Ύστερα ξαφνικά ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο του.

– Είσαι άρχοντας αυστηρός κι αποφασιστικός, είπε· κι έτσι μόνον οι άντρες κερδίζουν φήμη – σταμάτησε. Άρχοντα, είπε, αν πρέπει να φύγεις, τότε άφησέ με να σ’ ακολουθήσω. Γιατί έχω κουραστεί να κρύβομαι σαν δειλή στα βουνά, και θέλω ν’ αντιμετωπίσω κινδύνους και μάχες.

– Το καθήκον σου είναι στο λαό σου, απάντησε.

– Έχω βαρεθεί ν’ ακούω για καθήκοντα, φώναξε. Δεν είμαι κι εγώ απ’ τη Γενιά του Έορλ, πολεμίστρια κι όχι παραμάνα; Αρκετά υπηρέτησα τα πόδια που έτρεμαν. Αφού όμως φαίνεται πως δεν τρέμουν πια, δεν μπορώ κι εγώ τώρα να ζήσω τη ζωή μου όπως θέλω;

– Ελάχιστοι μπορούν να κάνουν κάτι τέτοιο και να είναι τιμημένοι, απάντησε. Όσο για σένα όμως, αρχόντισσα, δε δέχτηκες την ευθύνη να κυβερνήσεις το λαό ως την επιστροφή του άρχοντά τους; Αν δεν είχαν διαλέξει εσένα, τότε κάποιος στρατηγός ή λοχαγός θα έμπαινε σ’ αυτή τη θέση και δε θα μπορούσε να φύγει και ν’ αφήσει τις υποχρεώσεις του είτε τις βαριόταν είτε όχι.

– Πάντα εμένα Θα διαλέγουν; είπε με πίκρα. Πάντα εγώ θα μένω πίσω, όταν φεύγουν οι Καβαλάρηδες, για να φροντίζω το σπίτι ενώ εκείνοι θα γίνονται ξακουστοί; Για να βρίσκουν φαΐ και κρεβάτια, όταν επιστρέφουν;

– Μπορεί γρήγορα να έρθει η ώρα, είπε ο Άραγκορν, που κανείς δε θα επιστρέψει. Τότε θα χρειαστεί παλικαριά χωρίς φήμη, γιατί κανείς δε θα θυμάται τα κατορθώματα στην τελευταία απελπισμένη άμυνα των σπιτιών σας. Τα κατορθώματα όμως δε θα είναι λιγότερο παλικαρίσια, επειδή δε θα πάρουν έπαινο.

Κι εκείνη απάντησε:

– Όλα σου τα λόγια ένα πράγμα λένε: είσαι γυναίκα και ο ρόλος σου είναι στο σπίτι. Όταν όμως οι άντρες θα ’χουν πεθάνει στη μάχη τιμημένα, σου επιτρέπουμε να καείς στο σπίτι, γιατί οι άντρες δε θα το χρειαστούν πια. Όμως εγώ κρατάω απ’ τη γενιά του Έορλ και δεν είμαι υπηρέτρια. Μπορώ να ιππεύω και να κρατώ σπαθί και δε φοβάμαι ούτε τον πόνο ούτε το θάνατο.

– Τι φοβάσαι, αρχόντισσα; ρώτησε.

– Το κλουβί, είπε. Να μένω πίσω από τα σίδερα, ώσπου να τα συνηθίσω και να γεράσω και όλες οι ευκαιρίες να ανδραγαθήσω φύγουν χωρίς επιστροφή ή να μη με ενδιαφέρουν πια.

– Κι όμως, εσύ δε με συμβούλεψες να μην αποτολμήσω το δρόμο που έχω διαλέξει γιατί είναι επικύνδυνος;

– Έτσι συμβουλεύει κανείς τον άλλο, είπε. Όμως, δε σε συμβουλεύω να το βάλεις στα πόδια μπροστά στον κίνδυνο, αλλά να πας στη μάχη και με το σπαθί σου να κερδίσεις δόξα και νίκες. Ποτέ δε θα ήθελα να δω κάτι υψηλό και σπουδαίο να το πετάνε δίχως λόγο.

– Ούτε κι εγώ, είπε ο Άραγκορν. Γι’ αυτό σου λέω, αρχόντισσα: Μείνε! Γιατί δεν έχεις καμιά δουλειά στο Νοτιά.

– Ούτε κι αυτοί που έρχονται μαζί σου έχουν. Πηγαίνουν μόνο γιατί δε θέλουν να σ’ αποχωριστούν – γιατί σε αγαπούν.

Ύστερα γύρισε και χάθηκε στη νύχτα.

Όταν το φως της μέρας φάνηκε στον ουρανό, αλλά πριν ο ήλιος φανεί πάνω απ’ τις ψηλές κορφές στην Ανατολή, ο Άραγκορν ετοιμάστηκε για αναχώρηση. Όλοι του οι σύντροφοι ήταν πάνω στα άλογά τους και αυτός ήταν έτοιμος να πηδήξει στη σέλα, όταν η Αρχόντισσα Έογουιν ήρθε να τους αποχαιρετίσει. Ήταν ντυμένη σαν Καβαλάρης και ζωσμένη σπαθί. Στα χέρια της κρατούσε μια κούπα, που την έβαλε στο στομα της και ήπιε λίγο, και τους ευχήθηκε καλό δρόμο· και ύστερα έδωσε την κούπα στον Άραγκορν, που ήπιε και είπε:

– Έχε γεια, Αρχόντισσα του Ρόαν! Πίνω στην καλή τύχη της Γενιάς σου και τη δική σου και όλου του λαού σου. Να πεις στον αδελφό σου: πέρα απ’ τις σκιές μπορεί ν’ ανταμώσουμε πάλι!

Τότε φάνηκε στον Γκίμλι και στο Λέγκολας, που ήταν κοντά, πως εκείνη έκλαψε και, για κάποιον τόσο αυστηρό και περήφανο όπως αυτή, το κλάμα της τους φάνηκε αφάνταστα λυπητερό. Αλλά είπε:

– Άραγκορν, θα πας;

– Θα πάω, είπε εκείνος.

– Τότε, δε θα μ’ αφήσεις να έρθω μαζί σας, όπως σου ζήτησα;

– Όχι, κυρία, είπε. Γιατί αυτό δεν μπορώ να το κάνω χωρίς την άδεια του βασιλιά και του αδελφού σου· κι αυτοί δε θα έρθουν ως αύριο. Εγώ όμως τώρα μετρώ την κάθε ώρα, και το λεπτό ακόμα. Έχε γεια!

Τότε έπεσε στα γόνατα, λέγοντας:

– Σε ικετεύω!

– Όχι, κυρία, είπε, και πιάνοντας την από το χέρι τη σήκωσε. Ύστερα φίλησε το χέρι της, πήδησε στη σέλα κι έφυγε, δίχως να κοιτάξει πίσω· και μόνο όσοι τον ήξεραν καλά και ήταν κοντά του, είδαν πόσο πονούσε.