Выбрать главу

Η Έογουιν όμως έμεινε ακίνητη σαν μορφή σκαλισμένη στην πέτρα, με τα χέρια σφιγμένα στο πλάι και τους κοίταζε ώσπου χάθηκαν στις σκιές κάτω από το μαύρο Ντίμορμπεργκ, το Στοιχειωμένο Βουνό, που βρισκόταν η Πύλη των Νεκρών. Όταν χάθηκαν, γύρισε σκοντάφτοντας σαν τυφλή και μπήκε στο κατάλυμά της. Αλλά κανείς από τους δικούς της δεν είδε αυτόν τον αποχαιρετισμό, γιατί είχαν κρυφτεί φοβισμένοι και δεν έβγαιναν ώσπου να ξημερώσει καλά και να έχουν φύγει οι παράτολμοι ξένοι.

Και μερικοί έλεγαν: «Είναι Ξωτικοφαντάσματα. Άσ’ τους να πάνε εκεί που ανήκουν, στα σκοτάδια, και ποτέ να μη γυρίσουν. Αρκετά κακές είναι οι μέρες αυτές».

Το φως ήταν ακόμα γκρίζο καθώς προχωρούσαν, γιατί ο ήλιος δεν είχε βγει πάνω από τις κορυφογραμμές των Στοιχειωμένων Βουνών μπροστά τους. Ένας φόβος τους κυρίεψε καθώς πέρασαν ανάμεσα από τις σειρές με αρχαίες πέτρες κι έτσι έφτασαν στο Ντίμχολτ. Εκεί, κάτω από τη σκοτεινιά των μαύρων δέντρων που ούτε ο Λέγολας δεν άντεχε για πολύ, βρήκαν μια μικρή κοιλάδα να ξανοίγεται στη ρίζα του βουνού και ακριβώς στο πέρασμα τους υψωνόταν μια ολομόναχη τεράστια πέτρα σαν το δάχτυλο της μοίρας.

– Το αίμα μου κυλάει παγωμένο, είπε ο Γκίμλι.

Οι άλλοι όμως ήταν αμίλητοι και η φωνή του έπεσε άψυχη στις νοτισμένες ελατοβελόνες στα πόδια του. Τα άλογα δεν ήθελαν να περάσουν από την απειλητική πέτρα, ώσπου οι ιππείς ξεπέζεψαν και τα τράβηξαν από τα γκέμια. Κι έτσι, τέλος, μπήκαν βαθιά στην κοιλάδακι εκεί υψωνόταν ένας ολόρθος πέτρινος τοίχος, και στον τοίχο η Μαύρη Πόρτα έχασκε μπροστά τους σαν το στόμα της νύχτας. Σημάδια και μορφές ήταν σκαλισμένα πάνω από την πλατιά καμάρα της, πολύ ξέθωρα για να διαβαστούν, κι ο φόβος έβγαινε από μέσα της σαν γκρίζος ατμός.

Η ομάδα σταμάτησε και δεν υπήρχε ούτε μια καρδιά ανάμεσά τους που να μη δειλιάσει, εκτός κι ήταν του Λέγκολας του Ξωτικού, που τα φαντάσματα των Ανθρώπων δεν τον φοβίζουν.

– Αυτή είναι πόρτα κακού, είπε ο Χάλμπαραντ, κι ο θάνατός μου βρίσκεται πέρα απ’ αυτή. Παρ’ όλα αυτά όμως, θα τολμήσω να την περάσω· όμως κανένα άλογο δε θα θελήσει να την περάσει.

– Εμείς όμως πρέπει να μπούμε κι επομένως και τ’ άλογα πρέπει να μπούνε, είπε ο Άραγκορν. Γιατί αν ποτέ περάσουμε αυτό το σκοτάδι, πολλές λεύγες απλώνονται ύστερα και κάθε ώρα που χάνεται θα ’φερνε πιο κοντά το θρίαμβο του Σόρον. Ακολουθήστε με!

Ύστερα ο Άραγκορν μπήκε πρώτος και τέτοια ήταν η δύναμη της θελήσεώς του την ώρα εκείνη, που όλοι οι Ντούνεντεν και τα άλογά τους τον ακολούθησαν. Και αληθινά η αγάπη που είχαν τα άλογα των Περιφερομένων Φυλάκων για τους ιππείς τους ήταν τόσο μεγάλη, ώστε ήταν πρόθυμα να αντιμετωπίσουν ακόμα και τον τρόμο της Πόρτας, αν η καρδιά των κυρίων τους ήταν σταθερή καθώς προχωρούσαν πλάι τους. Αλλά ο Άροντ, το άλογο του Ρόαν, αρνήθηκε να προχωρήσει και στεκόταν ιδρωμένο και τρέμοντας από το φόβο του, που λυπόσουν να το βλέπεις. Τότε ο Λέγκολας έβαλε τα χέρια του στα μάτια του και τραγούδησε κάτι λόγια που ακούγονταν μαλακά στη σκοτεινιά, ώσπου στο τέλος ανέχθηκε να τον οδηγήσουν, και ο Λέγκολας πέρασε μέσα. Και να εκεί βρέθηκε να στέκεται ο Γκίμλι ο Νάνος ολομόναχος.

Τα γόνατά του έτρεμαν και τα είχε βάλει με τον εαυτό του.

– Αυτό δεν έχει ξανακουστεί! είπε. Ένα Ξωτικό να μπαίνει μέσα στη γη και ένας Νάνος να μην τολμάει.

Μ’ αυτά τα λόγια όρμησε μέσα. Του φαινόταν όμως πως έσερνε μολυβένια πόδια, περνώντας το κατώφλι· και αμέσως τον κυρίεψε το σκοτάδι, ακόμα κι αυτόν τον Γκίμλι το γιο του Γκλόιν, που είχε πάει άφοβα σε πολλά βαθιά μέρη του κόσμου.

Ο Άραγκορν είχε φέρει δαυλούς από το Ντάνχάροου, και τώρα προχωρούσε μπροστά κρατώντας έναν ψηλά· κι ο Ελάνταν με άλλον ένα προχωρούσε στο τέλος και ο Γκίμλι, σκοντάφτοντας από πίσω, προσπαθούσε να τον προλάβει. Δεν μπορούσε να δει τίποτα εκτός απ’ την αδύνατη φλόγα των δαυλών αλλά, αν σταματούσε η ομάδα, του φαινόταν λες κι ολόγυρα του ψιθύριζαν φωνές ασταμάτητα, μουρμουρίζοντας λέξεις σε κάποια γλώσσα που ποτέ του δεν είχε ξανακούσει.

Τίποτα δεν όρμησε εναντίον της ομάδας ούτε αντιστάθηκε στο πέρασμά της, και όμως σταθερά ο φόβος του Νάνου μεγάλωνε καθώς προχωρούσε: κυρίως γιατί ήξερε τώρα πως δεν υπήρχε περίπτωση να γυρίσουν πίσω· ολα τα μονοπάτια από πίσω ήταν πλημμυρισμένα από κάποτον αόρατο στρατό που ακολουθούσε στο σκοτάδι.

Έτσι πέρασε ώρα αμέτρητη, ώσπου ο Γκίμλι είδε κάτι που ποτέ του αργότερα δεν ήθελε να ξαναθυμάται. Ο δρόμος ήταν φαρδύς, απ’ όσο μπορούσε να κρίνει, αλλά :ώρα η ομάδα έφτασε ξαφνικά σ’ ένα μεγάλο άδειο χώρο και δεν είχε πια τοίχους δεξιά κι αριστερά. Ο φόβος του τώρα ήταν τόσο μεγάλος, ώστε μόλις μπορούσε να περπατάει. Πέρα, αριστερά, κάτι γυάλισε στο σκοτάδι καβώς πλησίασε ο δαυλός του Άραγκορν. Τότε ο Άραγκορν σταμάτησε και πήγε να δει τι είναι.