– Δε νιώθει φόβο; μουρμούρισε ο Νάνος.
Σε οποιαδήποτε άλλη σπηλιά ο Γκίμλι ο γιος του Γκλόιν θα ήταν ο πρώτος που θα έτρεχε στη λάμψη του χρυσού. Αλλά όχι εδώ! Άσ’ το να βρίσκεται!
Πάντως πλησίασε και είδε τον Άραγκορν γονατισμένο, ενώ ο Ελάνταν κρατούσε ψηλά και τους δύο δαυλούς. Μπροστά του υπήρχαν τα κόκαλα κάποιου μεγαλόσωμου άντρα. Ήταν ντυμένος με πανοπλία που ακόμα βρισκόταν απείραχτη· γιατί η ατμόσφαιρα της σπηλιάς ήταν εντελώς στεγνή και ο μακρύς αλυσιδωτός του θώρακας ήταν επίχρυσος. Η ζώνη του ήταν χρυσή με κόκκινα πετράδια και πλούσιο σε χρυσάφι ήταν το κράνος στο σκελετωμένο του κεφάλι με το πρόσωπο καταγής. Είχε πέσει κοντά στον πέρα τοίχο της σπηλιάς, όπως μπορούσαν τώρα να δουν, και μπροστά του στεκόταν μια πέτρινη πόρτα ερμητικά κλεισμένη: τα κόκαλα των δαχτύλων του ακόμα έξυναν τις χαραματιές. Ένα στομωμένο σπαθί, σπασμένο, βρισκόταν στο πλευρό του, λες και είχε προσπαθήσει να κομματιάσει το βράχο μες στην απελπισία του στο τέλος.
Ο Άραγκορν δεν τον άγγιξε, αλλά αφού κοίταξε σιωπηλά για λίγο, σηκώθηκε κι αναστέναξε.
— Εδώ τα λουλούδια simbelmynë δε θα έρθουν ποτέ, ως τη συντέλεια του κόσμου, μουρμούρισε. Εννιά τύμβοι και επτά είναι τώρα καταπράσινοι απ’ τη χλόη, και όλα αυτά τα ατέλειωτα χρόνια αυτός κείται στην πόρτα που δεν μπόρεσε να ξεκλειδωσεί. Πού οδηγεί; Γιατί ήθελε να περάσει; Κανείς δε θα μάθει ποτέ.
»Γιατί δεν είναι αυτή η αποστολή μου! φώναξε, γυρίζοντας πίσω σαν να απευθυνόταν στο ψιθυριστό σκοτάδι. Κρατήστε τους θησαυρούς σας και τα μυστικά σας κρυμμένα στα Καταραμένα Χρόνια! Το μόνο που ζητάμε είναι ταχύτητα. Αφήστε μας να περάσουμε και ύστερα ελάτε! Σας καλώ στο Βράχο του Έρεχ!
Καμιά απάντηση, μόνο μια απόλυτη σιωπή, πιο φοβερή απ’ τους προηγούμενους ψίθυρουσ και ύστερα ήρθε ένα ψυχρό ρεύμα αέρα και οι δάδες τρεμόπαιξαν κι έσβησαν και δεν μπόρεσαν να τις ανάψουν πάλι. Η ώρα που ακολούθησε, μία ή πολλές, ο Γκίμλι θυμοταν ελάχιστα. Οι άλλοι άνοιξαν το βήμα, αυτός όμως ήταν πάντα τελευταίος και τον καταδίωκε ένας ψαχουλευτός τρόμος, που φαινόταν λες και ήταν πάντα έτοιμος να τον αρπάξει· και τον ακολουθούσε μια οχλούοή σαν τον ίσκισ-θόρυβο από πολλά πόδια. Προχωρούσε σκοντάφτοντας, ώσπου βρέθηκε να σέρνεται σαν το ζώο καταγής κι έντωσε πως δεν άντεχε άλλοι έκρυνε ή να βρει μια ακρη και να ξεφύγει ή να τρέξει πίσω σαν τρελός ν’ ανταμώσει τον τρόμο που τον ακολουβούσε.
Ξαφνικά άκουσε το κελάρυσμα ωερού, έναν ήχο σκληρό και ξεκάβαρο σαν μια πέτρα που πέφτει σ’ ένα άωερο με μαύρους ίσκιους. Το φως δυνάμωυε και να η ομάδα πέρασε από μια άλλη πύλη, καμαροτή και φαρδιά, και ένα ρυάτα κυλούσε βγαίνονιας *λά, τους και πιο πέρα, κατηφορίζοντας απότομα, υπήρχε ένας δρόμος ανάμεσε από κάθετους βράχους, με κορφες ποφτερές σαν μαχαίρια στο φόντο του συρανού πολύ ψηλά. Τόσο βαθύ και στενό ήταν εκείνο το άνοιγμα, που ο ουρανός φαινόταν σκοτεινός και πάναι του έλαμπαν μικρά αστέρια. Όμως, όπως έραθε αργότερα ο Γκίμλι, ήταν ακόμα δύο ώρες πριν το ηλιοβασίλεμα της ίδιας μέρας που είχαν ξεκινήσει από το Ντάνχάροου· μόλυ που για εκείνον θα μπορύσε να είναν το λυκόφως κάποιου χρόνου στο μέλλου, ή σε κάποιον άλλοω κόσμο.
Η ομάδα τώρα ίππευστεν πάλι και ο Γκίμλι ξαναγύρισε στο Λέγκολας. Προχωπούσαν ο ένας πίσω από τον άλλο, και το δειλινό προχώρησε κα ένα σκούρο γελάξιο λυκόφως επεσε· και ο φόβος εξακολουθούσε να τους καταδιώκει. Ο Λέγκολας, γορίζοντας για ωα μιλήσει στον Γκίμλι, κοίταξε πίσω και ο Νάνος είδε παταπρόσωπο τη λάμψη στα ζαηρά μάτια του Ξωτικού. Πίσω τους ερχότα· ο Ελάνταν, ο τελευταίος του Λόχου, αλλά όχι ο τελευταίος από εκείνους που πήραν τον κατήφορικό δρόμο.
― Οι Νεκροί ακολουθούν, είπε ο Λέγκολας. Βλέπω μορφές Ανθρώτων και αλόγων και χλωμές σημαίες σαν συννεφοκούρελα και κοντάρια σαν χειμονιάτικα σύδεντρα καταχνιασμένης νύχτας. Οι Νεκροί ακολουθούν.
― Ναι, οι Νεκροί ακολουθούω. Έχουν κληθεί, είπε ο Ελάνταν.
Ο Λόχος τελικά βγήκαν από τη χαράδρα, τόσο απότομα, λες και είχαν ξεπεταχτεί από μια χαραματία στον τοίχο· και μπροστά τους απλώθηκαν τα υψώματα μιας μεγάλης κοιλάδας και το ρυάκι δίπλα τους κατηφόριζε με παγωμένη φωνή πάνω από πολλούς καταρράκτες.
– Πού βρισκόμαστε στη Μέση-γη; είπε ο Γκίμλι. Και ο Ελάνταν απάντησε:
– Έχουμε κατεβεί απ’ τα ψηλώματα του Μόρθοντ, του μακρινού, παγωμένου ποταμού που εκβάλλει στη θάλασσα που βρέχει τα τείχη του Ντολ Άμροθ. Από δω και πέρα δε θα χρειαστείς να ρωτήσεις πώς πήρε το όνομά του: Μαυρόπηγο τον λένε οι άνθρωποι.
Η Κοιλάδα του Μόρθοντ σχημάτιζε ένα μεγάλο κόλπο που έφτανε ως τις απόκρημνες νότιες πλευρές των βουνών. Οι απότομες πλαγιές της ήταν καταπράσινες· αλλά όλα ήταν γκρίζα εκείνη την ώρα, γιατί ο ήλιος είχε φύγει και, κάτω μακριά, φώτα τρεμόπαιζαν στα σπίτια των Ανθρώπων. Η κοιλάδα ήταν πλούσια και πολύς κόσμος ζούσε εκεί.