Выбрать главу

Τότε, χωρίς να στραφεί ο Άραγκορν, φώναξε δυνατά για να μπορέσουν να τον ακούσουν όλοι:

– Φίλοι, ξεχάστε την κούραση σας! Καλπάστε τώρα, καλπάστε! Πρέπει να φτάσουμε στο Βράχο του Έρεχ πριν τελειώσει αυτή η μέρα κι ο δρόμος είναι ακόμα μακρύς.

Έτσι, δίχως να κοιτάζουν πίσω, πέρασαν τα ορεινά χωράφια, ώσπου έφτασαν σε μία γέφυρα πάνω απ’ το χείμαρρο που μεγάλωνε, και βρήκαν ένα δρόμο που κατηφόριζε στην κοιλάδα.

Τα φώτα έσβηναν σε σπίτια και χωριουδάκια στον ερχομό τους και οι πόρτες έκλειναν κι όσοι βρίσκονταν έξω στα χωράφια έβαζαν τις φωνές απ’ το φόβο κι έτρεχαν σαν ελάφια που τα κυνηγούν. Και παντού ακουγόταν η ίδια φωνή καθώς έπεφτε το σκοτάδι:

– Ο Βασιλιάς των Νεκρών! Ο Βασιλιάς των Νεκρών έρχεται! Καμπάνες χτυπούσαν κάτω μακριά κι όλοι οι άνθρωποι το έβαζαν στα πόδια στο αντίκρισμα του Άραγκορν αλλά ο Γκρίζος Λόχος στη βιασύνη τους έτρεχαν σαν κυνηγοί, ώσπου τα άλογά τους παραπατούσαν από την κούραση. Κι έτσι, λίγο πριν τα μεσάνυχτα και με σκοτάδι τόσο μαύρο, όσο στις σπηλιές των βουνών, έφτασαν τέλος στο Λόφο του Έρεχ.

Χρόνια αμέτρητα ο τρόμος των Νεκρών πλανιόταν πάνω σ’ αυτόν το λόφο και στ’ άδεια χωράφια γύρω του. Γιατί στην κορφή του στεκόταν ένας μαύρος βράχος, στρογγυλός σαν μεγάλη σφαίρα, στο ύψος ανθρώπου, αν κι ο μισός ήταν χωμένος στη γη. Έμοιαζε εξωγήινος, λες και είχε πέσει από τον ουρανό, όπως πίστευαν μερικοί· αλλά όσοι θυμόντουσαν ακόμα τις παραδόσεις της Μακρινής Δύσης έλεγαν πως είχε περισωθεί από την καταστροφή του Νούμενορ και πως τον είχε τοποθετήσει εκεί ο Ισίλντουρ, όταν βγήκε στη στεριά. Κανείς απ’ τους ανθρώπους της κοιλάδας δεν τολμούσε να τον πλησιάσει, ούτε να κατοικήσει εκεί κοντά· γιατί έλεγαν πως ήταν ο τόπος που αντάμωναν οι Άνθρωποι-Σκιές κι εκεί μαζεύονταν σε καιρούς φόβου, πλήθη γύρω από το Βράχο και ψιθύριζαν.

Σ’ αυτόν το βράχο έφτασε ο Λόχος και σταμάτησε στη μέση της νύχτας. Τότε ο Ελρόχιρ έδωσε στον Άραγκορν ένα ασημένιο βούκινο κι εκείνος σάλπισε· όλοι όσοι στέκονταν κοντά νόμισαν πως άκουσαν άλλα βούκινα ν’ απαντούν, σαν αντίλαλος σε βαθιές σπηλιές μακριά. Δεν άκουσαν κανέναν άλλο θόρυβο, όμως ένιωθαν πως, γύρω από το λόφο που βρίσκονταν, είχε συγκεντρωθεί ένας μεγάλος στρατός· κι ένας κρύος άνεμος σαν την ανάσα φαντασμάτων κατέβαινε από τα βουνά. Ο Άραγκορν όμως ξεπέζεψε και, αφού στάθηκε πλάι στην Πέτρα, φώναξε με φωνή μεγάλη:

– Επίορκοι, γιατί ήρθατε;

Και μια φωνή ακούστηκε στη νύχτα να του απαντάει, λες κι από μακριά:

– Για να εκπληρώσουμε τον όρκο μας και να βρούμε ανάπαυση. Τότε ο Άραγκορν είπε:

– Η ώρα έφτασε επιτέλους. Τώρα πηγαίνω στο Πελάργκιρ στον Άντουιν κι εσείς θα με ακολουθήσετε. Και όταν όλη αυτή η περιοχή καθαριστεί από τους υπηρέτες του Σόρον, θα θεωρήσω τον όρκο εκπληρωμένο κι εσείς θα βρείτε ανάπαυση και θα φύγετε για πάντα. Γιατί εγώ είμαι ο Ελέσαρ, ο κληρονόμος του Ισίλντουρ της Γκόντορ.

Και μ’ αυτά τα λόγια είπε στο Χάλμπαραντ να ξεδιπλώσει τη μεγάλη σημαία που είχε φέρει· και να! ήταν μαύρη, και αν είχε κάποιο σχέδιο πάνω της, το έκρυβε το σκοτάδι. Ύστερα έγινε ησυχία και όλη την ατέλειωτη νύχτα δεν ξανακούστηκε ο παραμικρός θόρυβος. Ο Λόχος στρατοπέδευσαν πλάι στο Βράχο, αλλά ελάχιστα κοιμήθηκαν, εξαιτίας του τρόμου των Σκιών που τους περικύκλωναν.

Αλλά όταν έφτασε η αυγή, χλωμή και κρύα, ο Άραγκορν σηκώθηκε βιαστικά και οδήγησε το Λόχο σ’ ένα ταξίδι με τόση βιασύνη και κούραση, που κανείς ανάμεσά τους δεν είχε ξανακάνει, εκτός απ’ αυτόν τον ίδιο, και μόνο η θέλησή του τους κρατούσε και προχωρούσαν. Κανένας άλλος θνητός Άνθρωπος δε θα το είχε αντέξει, κανείς εκτός από τους Ντούνεντεν του Βοριά και μαζί τους ο Γκίμλι ο Νάνος και ο Λέγκολας το Ξωτικό.

Πέρασαν το Καταράχι του Τάρλανγκ κι έφτασαν στο Λάμεντον και η Στρατιά των Ίσκιων πίσω τους, και ο φόβος προχωρούσε μπροστά απ’ αυτούς, ώσπου έφτασαν στο Κάλεμπελ στον ποταμό Κίριλ και ο ήλιος έδυσε ματωμένος πίσω από το Πίναθ Γκέλιν, μακριά στη Δύση πίσω τους. Η πόλη και τα περάσματα του Κίριλ βρέθηκαν έρημα, γιατί πολλοί άντρες είχαν πάει στον πόλεμο και όλοι όσοι είχαν μείνει το ’σκασαν στους λόφους όταν άκουσαν για τον ερχομό του Βασιλιά των Νεκρών. Αλλά την άλλη μέρα δε χάραξε η αυγή και ο Γκρίζος Λόχος προχώρησε μέσα στο σκοτάδι της Καταιγίδας της Μόρντορ και χάθηκε από τα μάτια των θνητών οι Νεκροί όμως τους ακολουθούσαν.

III

Η ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ ΤΟΥ ΡΟΑΝ

Τώρα όλοι οι δρόμοι έτρεχαν μαζί στην Ανατολή να συναντήσουν τον πόλεμο που ερχόταν καν την έφοδο της Σκιάς. Και την ώρα που ο Πίπιν βρισκόταν στη Μεγάλη Πύλη της Πόλης κι έβλεπε τον Πρίγκιπα του Ντολ Άμροθ να περνάει με τα λάβαρα του, ο Βασιλιάς του Ρόαν κατηφόρισε από τους λόφους.