Выбрать главу

Η μέρα έφευγε. Στις τελευταίες ακτίνες του ήλιου οι Καβαλάρηδες έριχναν μακρόστενες σκιές που έτρεχαν μπροστά τους. Το σκοτάδι είχε κιόλας απλωθεί κάτω απ’ το ελατοδάσος που μουρμούριζε και έντυνε τις απόκρημνες βουνοπλαγιές. Ο Βασιλιάς, τώρα που τελείωνε η μέρα, προχωρούσε αργά. Σε λίγο το μονοπάτι γυρόφερε μια γυμνή λοφοπλαγιά και μπήκε στη σκοτεινιά των δέντρων που σιγοαναστέναζαν. Όλο και κατέβαιναν τώρα σχηματίζοντας μια μακριά στριφογυριστή γραμμή. Όταν, τέλος, έφτασαν στο κάτω μέρος του φαραγγιού, το σούρουπο είχε απλωθεί στα πιο σκιερά μέρη. Ο ήλιος είχε χαθεί. Λυκόφως απλωνόταν στους καταρράκτες.

Όλη την ημέρα χαμηλότερα απ’ αυτούς ένα πηδηχτό ρυάκι κατηφόριζε απ’ το ψηλό πέρασμα πίσω, ανοίγοντας το στενό του δρόμο ανάμεσα από πευκοντυμένους τοίχους· και τώρα από μια πέτρινη πύλη κυλούσε κι έβγαινε σε μια πλατύτερη κοιλάδα. Οι Καβαλάρηδες το ακολούθησαν και ξαφνικά το Χάροουντέηλ απλώθηκε μπροστά τους, να βουίζει από το κελάρυσμα των νερών το βράδυ. Εκεί το άσπρο Χιονόρεμα, ανταμώνοντας ένα μικρότερο ποταμάκι, έτρεχε ορμητικό, αφρίζοντας στις πέτρες, κάτω στο Έντορας και στους πράσινους λόφους και στους κάμπους. Πέρα δεξιά, στην αρχή της μεγάλης κοιλάδας, το μεγάλο Οξύκορφο υψωνόταν πάνω απ’ τις τεράστιες πλαγιές του που ήταν τυλιγμένες στα σύννεφα· αλλά η κοφτερή κορυφή του, ντυμένη στα αιώνια χιόνια, γυάλιζε πολύ ψηλότερα απ’ τον κόσμο, με γαλάζιες φωτοσκιάσεις στην Ανατολή και κοκκινιές απ’ το ηλιοβασίλεμα στη Δύση.

Ο Μέρι κοίταζε με θαυμασμό τον παράξενο αυτόν τόπο, που γι’ αυτόν είχε ακούσει πολλές ιστορίες στη διάρκεια της πορείας τους. Ήταν ένας κόσμος δίχως ουρανό, που το μάτι του, μέσα από θαμπά ανοίγματα στο σκιερό αέρα, έβλεπε μόνο πλαγιές ν’ ανεβαίνουν ατέλειωτα, μεγάλους πέτρινους τοίχους πίσω από άλλους μεγάλους τοίχους και αγριωπούς γκρεμούς στεφανωμένους με ομίχλη. Στάθηκε μια στιγμή και μισοονειρευόταν, ακούγοντας το θόρυβο του νερού, τον ψίθυρο των σκοτεινών δέντρων, το τρίξιμο της πέτρας και την απέραντη σιωπή που βρισκόταν πίσω από κάθε ήχο. Αγαπούσε τα βουνά ή μάλλον αγαπούσε να τα σκέπτεται πανταχού παρόντα σε ιστορίες φερμένες από μακριά· αλλά τώρα ένιωθε να τον πλακώνει το αβάσταχτο βάρος της Μέσης-γης. Επιθυμούσε να κλείσει έξω την απεραντοσύνη και να βρεθεί σ’ ένα δωμάτιο ήσυχο, πλάι στη φωτιά.

Ήταν πολύ κουρασμένος, μόλο που είχαν ταξιδέψει αργά, είχαν προχωρήσει με πολύ λίγη ανάπαυση. Ώρες ατέλειωτες για σχεδόν τρεις ξεθεωτικές μέρες είχε ανέβει και κατέβει περάσματα και μακριά λαγκάδια κι είχε διασχίσει πολλά ποταμάκια. Μερικές φορές που ο δρόμος ήταν φαρδύτερος είχε ταξιδέψει στο πλευρό του βασιλιά, χωρίς να πάρει είδηση πως πολλοί Καβαλάρηδες χαμογελούσαν Βλέποντας τους δύο μαζί: το χόμπιτ στο μικρό δασύμαλλό του πόνυ και τον Άρχοντα του Ρόαν στο μεγάλο του άσπρο άλογο. Σ’ εκείνες τις περιπτώσεις είχε κουβεντιάσει με το Θέοντεν, λέγοντάς του για την πατρίδα του και τις καθημερινές ασχολίες του κόσμου στο Σάιρ, ή ακούγοντας με τη σειρά του ιστορίες για το Μαρκ και τα παλικάρια που είχε παλιά. Αλλά τις περισσότερες φορές, ιδιαίτερα αυτή την τελευταία μέρα, ο Μέρι πήγαινε μοναχός του πίσω από το βασιλιά, αμίλητος, προσπαθώντας να καταλάβει την αργή μελωδική ομιλία του Ρόαν που άκουγε τους άντρες πίσω του να χρησιμοποιούν. Ήταν γλώσσα που φαίνεται πως είχε πολλές λέξεις που ήξερε, αν και τις πρόφεραν πιο γεμάτες και έντονες απ’ ό,τι στο Σάιρ, όμως δεν κατάφερνε να βρει ειρμό. Μερικές φορές κάποιος Καβαλάρης ύψωνε την καθαρή φωνή του σε κάποιο συγκινητικό τραγούδι κι ο Μέρι ένιωθε την καρδιά του να αναπηδάει, μόλο που δεν καταλάβαινε τη σημασία του.

Γενικά, όμως, ένιωθε μοναξιά και τώρα μάλιστα στο τέλειωμα της μέρας ακόμη περισσότερη. Πού άραγε, μέσα σ’ όλον αυτόν τον παράξενο κόσμο, να βρισκόταν ο Πίπιν και τι θα απογίνονταν ο Άραγκορν, ο Λέγκολας και ο Γκίμλι; Τότε ξαφνικά, σαν παγωμένο άγγιγμα στην καρδιά του, θυμήθηκε το Φρόντο και το Σαμ. «Τους ξεχνώ!» είπε στον εαυτό του επιτιμητικά. «Κι όμως, αυτοί μετράνε περισσότερο από όλους εμάς τους άλλους. Κι εγώ ήρθα για να τους βοηθήσω· αλλά τώρα αυτοί θα πρέπει να βρίσκονται εκατοντάδες μίλια μακριά, αν ζουν ακόμα.» Αναρρίγησε.

– Το Χάροουντέηλ επιτέλους! είπε ο Έομερ. Το ταξίδι μας κοντεύει να τελειώσει.

Έκαναν διακοπή. Τα μονοπάτια που έβγαζαν απ’ το στενό φαράγγι κατηφόριζαν απότομα. Μόνο μια ματιά, λες κι από ψηλό παράθυρο, φαινόταν από τη μεγάλη κοιλάδα μες στο σούρουπο. Ένα μοναδικό φως φαινόταν να τρεμοπαίζει πλάι στο ποτάμι.