Выбрать главу

– Αυτό το ταξίδι μπορεί να τελείωσε, είπε ο Θέοντεν, εγώ όμως έχω πολύ δρόμο ακόμα. Χθες βράδυ ήταν πανσέληνος και το πρωί θα πάω στο Έντορας για την επιστράτευση του Μαρκ.

– Αλλά, αν θέλεις να ακούσεις τη συμβουλή μου, είπε ο Έομερ χαμηλόφωνα, να επιστρέψεις ύστερα εδώ, ώσπου να τελειώσει ο πόλεμος, κερδισμένος ή χαμένος.

Ο Θέοντεν χαμογέλασε.

– Όχι, γιε μου, γιατί έτσι θα σε φωνάζω, μη μου μιλάς με τα σιγανά λόγια του Φιδόγλωσσου στ’ αυτιά μου! – τεντώθηκε και κοίταξε πίσω τη μακριά γραμμή των αντρών του που χάνονταν στο μισοσκόταδο. Μου φαίνεται πως έχουν περάσει χρόνια μέσα σε λίγες μέρες, από τότε που ταξίδεψα δυτικά· αλλά δε θα ξαναγείρω σε μπαστούνι πάλι. Αν χαθεί ο πόλεμος, τι έχω να κερδίσω με το να κρύβομαι στα βουνά; Και αν νικήσουμε, ποια θα είναι η λύπη, ακόμα κι αν πέσω, εξαντλώντας και τις τελευταίες μου δυνάμεις; Αλλά ας το αφήσουμε αυτό τώρα. Απόψε θα ξεκουραστώ στο καταφύγιο του Ντάνχάροου. Τουλάχιστο μας απομένει ένα ήσυχο βράδυ. Ας προχωρήσουμε.

Καθώς σκοτείνιαζε κατέβηκαν στην κοιλάδα. Εδώ το Χιονόρεμα κυλούσε κοντά στη δυτική πλευρά της κοιλάδας και γρήγορα το μονοπάτι τούς έφερε σε ένα πέρασμα που τα ρηχά νερά μουρμούριζαν δυνατά στα τρόχαλα. Το πέρασμα είχε φρουρούς. Καθώς ο βασιλιάς πλησίασε, πολλοί άντρες πετάχτηκαν απ’ τις σκιές των βράχων και όταν είδαν το βασιλιά φώναξαν με χαρούμενες φωνές:

– Ο Βασιλιάς Θέοντεν! Ο Βασιλιάς Θέοντεν! Ο Βασιλιάς του Μαρκ επιστρέφει!

Τότε, κάποιος έβγαλε ένα μακρύ σάλπισμα με το βούκινο. Αντήχησε στην κοιλάδα. Άλλα βούκινα απάντησαν και φώτα φάνηκαν στην αντίπερα όχθη.

Και ξαφνικά ακούστηκαν πολλές σάλπιγγες από ψηλά, να αντηχούν από κάποιο κοίλο μέρος, όπως φαινόταν, που συγκέντρωνε τις νότες τους σε μια φωνή και την έστελνε κάτω αντηχώντας στους πέτρινους τοίχους.

Έτσι ο Βασιλιάς του Μαρκ επέστρεψε από τη Δύση νικητής στο Ντάνχάροου, στους πρόποδες των Λευκών Βουνών. Εκεί βρήκε τις υπόλοιπες δυνάμεις του λαού του να έχουν κιόλας συγκεντρωθεί· γιατί μόλις μαθεύτηκε ο ερχομός του οι καπεταναίοι έσπευσαν να τον συναντήσουν στο πέρασμα, φέρνοντας μηνύματα από τον Γκάνταλφ. Ο Ντάνχιρ, ο αρχηγός αυτών που ζούσαν στο Χάροουντέηλ, βρισκόταν επικεφαλής τους.

– Την αυγή πριν τρεις μέρες, άρχοντα, είπε, ήρθε ο Ίσκιος απ’ τη Δύση, πηγαίνοντας στο Έντορας, και ο Γκάνταλφ μας έφερε τα νέα της νίκης σου κι αναγάλλιασε η καρδιά μας. Αλλά μας έφερε επίσης την παραγγελία σου να επισπεύσουμε την επιστράτευση των Καβαλάρηδων. Και ύστερα ήρθε η φτερωτή Σκιά.

– Η φτερωτή Σκιά; είπε ο Θέοντεν. Την είδαμε κι εμείς, αλλά ήταν αργά τη νύχτα πριν μας αφήσει ο Γκάνταλφ.

– Μπορεί, άρχοντα, είπε ο Ντάνχιρ. Όμως η ίδια ή κάποια άλλη σαν κι αυτή, μια ιπτάμενη σκοτεινιά με σχήμα πουλιού τέρατος, πέρασε πάνω από το Έντορας εκείνο το πρωί και όλοι οι άντρες συγκλονίστηκαν από το φόβο. Γιατί έσκυψε πάνω από το Μέντουσελντ κι όπως χαμήλωσε, σχεδόν ως τα αετώματα, ακούστηκε ένα κρώξιμο που σταμάτησε η καρδιά μας. Τότε ήταν που ο Γκάνταλφ μιας συμβούλεψε να μη συγκεντρωθούμε στους αγρούς, αλλά να σε συναντήσουμε εδώ στην κοιλάδα κάτω από τα βουνά. Και μας είπε να μην ανάψουμε άλλα φώτα ή φωτιές εκτός απ’ τις απολύτως απαραίτητες. Κι έτσι και κάναμε. Ο Γκάνταλφ μας μίλησε με μεγάλο κύρος. Ελπίζουμε πως κάναμε όπως θα ’θελες. Εδώ στο Χάροουντέηλ δεν έχουν φανεί καθόλου αυτά τα απαίσια όντα.

– Καλά κάνατε, είπε ο Θέοντεν. Θα πάω τώρα στο Φρούριο κι εκεί, πριν ξεκουραστώ, θα συναντηθώ με τους στρατηγούς και τους καπεταναίους. Πες τους να έρθουν όσο πιο γρήγορα γίνεται!

Ο δρόμος τώρα τραβούσε ανατολικά, διασχίζοντας την κοιλάδα, που σ’ εκείνο το σημείο δεν είχε παραπάνω από ένα μίλι φάρδος. Ισιώματα και λιβάδια όλο χορτάρι, γκρίζα τώρα που νύχτωνε, απλώνονταν παντού, αλλά μπροστά στην άλλη άκρη του λαγκαδιού ο Μέρι είδε ένα συνοφρυωμένο τοίχο, ένα τελευταίο κομμάτι απ’ τα μεγάλα ριζώματα του Οξύκορφου, σκισμένο καταμεσής από το ποτάμι σε χρόνια παλιά.

Οπουδήποτε υπήρχε ίσιωμα ήταν συναθροισμένοι άντρες. Μερικοί είχαν μαζευτεί στην άκρη του δρόμου, καλωσορίζοντας το Βασιλιά και τους ιππείς από τη Δύση με χαρούμενες φωνές· αλλά ως εκεί που έβλεπε το μάτι από πίσω είχε σειρές αντίσκηνα και παράγκες και σειρές δεμένα άλογα και μεγάλη συγκέντρωση όπλων και σωρούς ακόντια μυτερά σαν συστάδες νεοφυτεμένα δέντρα. Τώρα όλη η μεγάλη συνάθροιση χανόταν στο σκοτάδι, κι όμως, μόλο που η βραδινή παγωνιά κατέβαινε φυσώντας παγωμένη από ψηλά, κανένα φανάρι δεν έφεγγε, ούτε άναψαν φωτιές. Κουκουλωμένοι φρουροί πήγαιναν πάνω κάτω.

Ο Μέρι αναρωτήθηκε πόσοι Καβαλάρηδες να ήταν. Δεν μπορούσε να υπολογίσει τον αριθμό τους στο σκοτάδι που έπεφτρε, αλλά του φαινόταν μεγάλος στρατός, πολλές χιλιάδες. Όση ώρα κοιτούσε απ’ τη μια πλευρά και την άλλη, η ομάδα του βασιλιά πλησίασε τον κατακόρυφο γκρεμό στην ανατολική πλευρά της κοιλάδας· κι εκεί ξαφνικά το μονοπάτι άρχισε ν’ ανηφορίζει και ο Μέρι κοίταξε ψηλά κατάπληκτος. Βρισκόταν σ’ ένα δρόμο που όμοιό του δεν είχε ξαναδεί, ένα μεγάλο έργο των ανθρώπινων χεριών πέρα κι απ’ τη θύμηση των τραγουδιών. Ανέβαινε και κουλουριαζόταν σαν φίδι, ανοίγοντας δρόμο στην απόκρημνη πλαγιά της πέτρας. Απότομος σαν σκάλα, έστριβε μπρος πίσω κι όλο ανέβαινε. Άλογα μπορούσαν να τον ανέβουν και κάρα μπορούσαν να συρθούν αργά· αλλά κανένας εχθρός δεν μπορούσε να ανεβεί από κει, εκτός απ’ τον αέρα, αν ήταν φυλαγμένος από ψηλά. Σε κάθε στροφή του δρόμου είχε μεγάλους όρθιους σμιλεμένους βράχους που έμοιαζαν με ανθρώπους, τεράστιους και κακόσχημους, καθισμένους σταυροπόδι με τα κοντόχοντρα χέρια τους διπλωμένα στις χοντρές κοιλιές τους. Μερικοί, με τη φθορά των χρόνων, είχαν χάσει όλα τους τα χαρακτηριστικά, εκτός απ’ τις σκοτεινές τρύπες των ματιών τους που εξακολουθούσαν να κοιτάζουν λυπημένα τους περαστικούς. Οι Καβαλάρηδες ούτε που τους κοίταζαν. Τους ονόμαζαν Púkel-men, και δεν τους έδιναν σημασία· ο Μέρι όμως τους κοίταζε με απορία και μ’ ένα αίσθημα σχεδόν οίκτου, καθώς ξεπρόβαλλαν πένθιμα στο μισοσκόταδο.