Выбрать главу

Έπειτα από λίγο κοίταξε πίσω και διαπίστωσε πως είχε κιόλας ανεβεί μερικές εκατοντάδες πόδια πάνω από την κοιλάδα, όμως κάτω μακριά μπορούσε ακόμη να δει μια στριφογυριστή γραμμή Καβαλάρηδες να διασχίζει το πέρασμα του ποταμού και να κατευθύνεται στον καταυλισμό που τους είχαν ετοιμάσει. Μόνο ο βασιλιάς και η φρουρά του ανέβαιναν στο Φρούριο.

Τέλος, η ομάδα του βασιλιά έφτασε σε μια κοφτερή άκρη και ο ανηφορικός δρόμος μπήκε σε μια στενοποριά ανάμεσα στους τοίχους του βράχου κι έτσι ανηφόρισε μια μικρή πλαγιά και βγήκε σ’ ένα ευρύχωρο πλάτωμα. Φίριενφελντ το ονόμαζαν οι άνθρωποι, ένα πράσινο βουνίσιο πλάτωμα όλο γρασίδι και ρείκια, ψηλότερα απ’ τη βαθυσκαμμένη κοίτη του Χιονορέματος, απλωμένο στην ποδιά των μεγάλων βουνών από πίσω: του Οξύκορφου κατά το νοτιά και του πριονόδοντου όγκου του Σιδεροπρίονου στο βοριά, που ανάμεσά τους έβλεπε τους καβαλάρηδες, ο θλιβερός μαύρος τοίχος του Ντίμορμπεργκ, του Στοιχειωμένου Βουνού, που υψωνόταν πάνω από απόκρημνες πλαγιές σκοτεινόχρωμών κωνοφόρων. Το πλάτωμα το χώριζαν στα δύο μια διπλή σειρά όρθιες ακατέργαστες πέτρες που έσβηναν στο μισοσκόταδο και χάνονταν στα δέντρα. Όσοι τολμούσαν ν’ ακολουθήσουν εκείνον το δρόμο γρήγορα έφταναν στο σκοτεινό Ντίμχολντ, στη σκιά του Ντίμορμπεργκ, στην απειλή της πέτρινης κολόνας και στη σκιά της απαγορευμένης πόρτας που έχασκε.

Έτσι ήταν το σκοτεινό Ντάνχάροου, το έργο λησμονημένων ανθρώπων. Το όνομά τους είχε χαθεί και κανένα τραγούδι ή θρύλος δεν το θυμόταν. Για ποιο σκοπό είχαν φτιάξει αυτό το μέρος, για πόλη ή κρυφό ναό ή τάφο βασιλιάδων, κανείς δεν ήξερε. Εδώ είχαν κοπιάσει στη διάρκεια των Μαύρων Χρόνων, πριν ποτέ να φανεί πλοίο στις δυτικές ακτές ή να χτιστεί η Γκόντορ των Ντούνεντεν και τώρα είχαν χαθεί και μόνο οι παλιοί Púkel-men είχαν απομείνει και εξακολουθούσαν να κάθονται στις στροφές του δρόμου.

Ο Μέρι κοίταζε τις πέτρινες σειρές. Οι πέτρες ήταν φθαρμένες και μαύρες· μερικές έγερναν, άλλες ήταν πεσμένες και άλλες ραγισμένες ή σπασμένες· έμοιαζαν σαν σειρές γέρικα πεινασμένα δόντια. Αναρωτήθηκε τι μπορεί να ήταν και ευχήθηκε να μην τις ακολουθήσει ο βασιλιάς στο σκοτάδι πέρα. Ύστερα είδε καταυλισμούς με αντίσκηνα και παραπήγματα κι απ’ τις δύο πλευρές του πέτρινου δρόμου· μόνο που αυτά δεν ήταν στημένα κοντά στα δέντρα, κι έμοιαζαν μάλλον να μαζεύονται μακριά από τα δέντρα προς την άκρη του γκρεμού. Τα περισσότερα ήταν δεξιά, που το Φίριενφελντ ήταν πλατύτερο· και στα αριστερά είχε ένα μικρότερο καταυλισμό που στη μέση του στεκόταν μια ψηλή σκηνή. Απ’ αυτή την πλευρά τώρα ένας καβαλάρης βγήκε να τους προϋπαντήσει κι εκείνοι έστριψαν και βγήκαν από το δρόμο.

Καθώς πλησίαζαν, ο Μέρι είδε πως ο καβαλάρης ήταν γυναίκα με μακριές πλεξίδες που έλαμπαν στο λυκόφως, φορούσε όμως κράνος και ήταν ντυμένη ως τη μέση σαν πολεμιστής και ζωσμένη σπαθί.

– Χαίρε, Άρχοντα του Μαρκ! φώναξε. Η καρδιά μου χαίρεται την επιστροφή σου.

– Κι εσύ, Έογουιν, είπε ο Θέοντεν, όλα καλά;

– Όλα καλά, απάντησε· – όμως φάνηκε στο Μέρι πως η φωνή της διέψευδε τα λόγια της κι αυτός θα ’λεγε πως είχε κλάψει, αν μπορούσε να πιστέψει κάτι τέτοιο για κάποια με τόσο αυστηρό πρόσωπο. Όλα είναι καλά. Ήταν κοπιαστική πορεία για τον κόσμο, έτσι απότομα που ξεσπιτώθηκαν. Υπήρξαν λογομαχίες, γιατί έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που πόλεμος μας έχει διώξει απ’ τα πράσινα λιβάδια μας· αλλά δεν είχαμε επεισόδια. Τώρα όλα είναι εντάξει, καθώς βλέπεις. Και το κατάλυμά σου είναι έτοιμο· γιατί είχα καλές πληροφορίες και ήξερα την ώρα του ερχομού σας.