– Δηλαδή ήρθε ο Άραγκορν, είπε ο Έομερ. Είναι ακόμα εδώ;
– Όχι, έφυγε, είπε η Έογουιν γυρίζοντας απ’ την άλλη μεριά και κοιτάζοντας τα σκοτεινά βουνά στην Ανατολή και στο Νοτιά.
– Προς τα πού πήγε; ρώτησε ο Έομερ.
– Δεν ξέρω, απάντησε. Ήρθε το βράδυ κι έφυγε χθες το πρωί, πριν ν’ ανέβει ο Ήλιος πάνω απ’ τις βουνοκορφές. Έφυγε.
– Είσαι λυπημένη, θυγατέρα, είπε ο Θέοντεν. Τι έγινε; Πες μου, μίλησε για κείνο το δρόμο; – έδειξε μακριά στις σκοτεινιασμένες σειρές με τις πέτρες κατά το Ντίμορμπεργκ. Για τα Μονοπάτια των Νεκρών;
– Ναι, άρχοντα, είπε η Έογουιν. Και μπήκε στις σκιές απ’ όπου κανένας δεν έχει γυρίσει. Δεν μπορούσα να του αλλάξω γνώμη. Έφυγε.
– Επομένως οι δρόμοι μας χώρισαν, είπε ο Έομερ. Είναι χαμένος. Εμείς πρέπει να φύγουμε χωρίς αυτόν και οι ελπίδες μας λιγοστεύουν.
Αργά διασχίσανε τα ρείκια και το Βουνίσιο γρασίδι, δίχως να μιλούν, ώσπου έφτασαν στο αντίσκηνο του βασιλιά. Εκεί ο Μέρι βρήκε πως όλα ήταν έτοιμα και πως δεν είχαν ξεχάσει ούτε κι αυτόν. Ένα μικρό αντίσκηνο ήταν στημένο γι’ αυτόν πλάι απ’ το κατάλυμα του βασιλιά· κι εκεί κάθισε μονάχος, ενώ οι άντρες πηγαινοέρχονταν, πηγαίνοντας στο κατάλυμα του βασιλιά για να πάρουν αποφάσεις. Η νύχτα έφτασε και οι θαμπές κορφές των βουνών δυτικά στεφανώθηκαν με αστέρια, η Ανατολή όμως ήταν μαύρη κι άδεια. Οι σειρές με τις πέτρες έσβησαν αργά στο βάθος, αλλά ακόμα πιο πέρα, πιο μαύρη απ’ το σκοτάδι, καθόταν πένθιμα η τεράστια σκυφτή σκιά του Ντίμορμπεργκ.
«Τα Μονοπάτια των Νεκρών, μουρμούρισε. Τα Μονοπάτια των Νεκρών; Τι σημαίνουν όλα αυτά; Όλοι με άφησαν τώρα. Όλοι έχουν πάει σε κάποιο πεπρωμένο: ο Γκάνταλφ κι ο Πίπιν στον πόλεμο στην Ανατολή· κι ο Σαμ κι ο Φρόντο στη Μόρντορ· κι ο Λέγκολας με τον Γκίμλι στα Μονοπάτια των Νεκρών. Η σειρά μου όμως δε θ’ αργήσει νά ’ρθει, φαντάζομαι. Αναρωτιέμαι τι να κουβεντιάζουν και τι να σκοπεύει να κάνει ο βασιλιάς. Γιατί τώρα πρέπει να πάω όπου πάει.»
Εκεί που έκανε αυτές τις μελαγχολικές σκέψεις, ξαφνικά θυμήθηκε πως ήταν πολύ πεινασμένος και σηκώθηκε να πάει να δει αν κανένας άλλος σ’ αυτόν τον παράξενο καταυλισμό ένιωθε το ίδιο. Αλλά τη στιγμή εκείνη ακριβώς αντήχησε ένα σάλπισμα κι ένας άνθρωπος ήρθε να τον φωνάξει, τον υπασπιστή του βασιλιά, να τον περιποιηθεί στο βασιλικό τραπέζι.
Στο εσωτερικό του αντίσκηνου υπήρχε ένας μικρός χώρος, χωρισμένος με κεντημένες κουρτίνες και στρωμένος με προβιές· κι εκεί, σ’ ένα μικρό τραπέζι, καθόταν ο Θέοντεν με τον Έομερ, την Έογουιν και τον Ντάνχιρ, τον άρχοντα του Χάροουντέηλ. Ο Μέρι στάθηκε πλάι στο σκαμνί του βασιλιά και τον περιποιόταν, ώσπου τέλος ο γέροντας βγαίνοντας από σκέψη βαθιά, γύρισε προς το μέρος του και χαμογέλασε.
— Έλα, μαστρο-Μέριαντοκ! ειπε. Μη στέκεσαι όρθιος. Θα κάθεσαι στο πλευρό μευ, όσον καιρό θα βρίσκομαι στη χώρα μου και θα μου ξαλαφρώνεις την καρδιά με ιστορίες.
Έκαναν χώρο για το χόμπιτ στα αριστερά του βασιλιά αλλά κανείς δε ζήτησε ιστορία. Και, στ’ αλήθεια, πολύ λίγο μιλούσαν κι έτρωγαν κι έπιναν σ**ηλά, ώσπου τέλος, μαζεύοντας το κουράγιο του, ο Μέρι έκανε την ερώτηση που τον βασάωιζε:.
— Δύο φορές τώρα, άρχοντα, έχω ακούσει για τα Μονοπάτια των Νεκράν, είπε. Τι είναι; Και πού ο Γοργοπόδαρος, θέλω να πω ο Άρχοντας Άραγκορν, πού έχει πάει;
Ο βασιλιάς αωαστέναξε, αλλά κανείς δεν απάντησε, ώσπου τέλος μίλησε ο Έομερ:
— Δεν ξέρουμε και οι καρδιές μας είναι βαριες, είπε. Αλλά, όσον αφορά τα Μονοπάτια των Νεκρών, έχεις κι εσύ ο ίδιος βαδίσει τα πρώτα τους βήματα. Όχι, δε λέω δυσοίωνα λόγια! Ο δρόμος που έχοθμε ανεβεί είναι η πρόσβαση στην Πόρτα, εκεί πέρα στο Ντίμχολτ. Αλλά κανείς δεν ξέρει τι υπάρχει πιο πέρα.
— Κανένας δεν ξέρει, είπε ο Θέοντεν: όμως οι αρχαίες παραδόσεις, που τώρα σπάνια λέγονται, έχουν κάτι να πουν. Αν αυτές οι ιστερίες οι παλιές λένε αλήθεια που έχουν φτάσει ως εμάς από πατέρα σε γιο στον Οίκο του Έορλ, τότε η Πόρτα κάτω από το Ντίμορμπεργκ οδηνεί σ’ ένα κρύφό πέρασμα, που περνάει κάτω από το βουνό και βγύζει σε κάποιο λησμονημένο μέρος. Αλλά καωείς ποτέ δεν έχει τολμήσει να ψάξει το μυστικά της, από τότε που ο Μπάλντορ, ο γιας του Μπρέγκο, πέρασε την Πόρτα και δεν τον ξανσείδαν πια. Έδωσε έναν απερίσκεπτε όρκοι καθώς άδεταζε το κύπελλο σ’ εκείνο το συμπόσιο που είχε οργανώσει ο Μερέγκο για να εγκαινιάσει το καινουρτυχτισμένο Μέντουσελντ, και ποτέ δεν κάθισε στο θρόνο που ήταν κληρονόμος.
»Λένε πως οι Νεκροί από τα Χρόνια της Σκοτειωιάς φρουρούν το πέρασμα και δεν ανέχονται καωέωα ζωντανο άνθρωπο να έρθει στα κρυφά τους παλάτ** αλλά καμιά φορά μπορεί να τους δευν να βγαύνουν σπό την πόρτα σαν σκιές και να κατηφορίζουν τον πέτρινο δρόμο. Τότε ο κόσμος του Χάροουντέηλ κλειδαμπαρώνουν τις πόρτες τους και τραβούν τις κουρτίνες στα παράθυρά τούς και φοβούνται. Αλλά οι Νεκροί σπάνια βγαίνουν και μόνο σε καιρούς μεγάλων αναταχών και επερχόμενου θανάτου.