— Πάντως λένε στο Χάροουντέηλ, είπε η Έογουιν χαμηλόφωνα, πως τις ασέληνες νύχτες λίγο πριν ένας μεγάλος στρατός με παράξενες στολές πέρασε από δω. Απώ πού ήρθαν κανείς δεν ήξερε, αλλά αωηφόρισαν τον πέτρινο δρόμο και χάθηκαν μέσα στο λόφο, λες και πήγαιναν σε κάποια συνάντηση.
— Τότε, γιατέ ο Άραγκορν πήγε απ’ αυτόν το δρόμο; ρώτησε ο Μέρι. Δεν ξέρετε τίποτα που να το εξηγεί;
— Εκτός και σου έχει τει πράγματα σαν φίλος σου που εμείς δεω τα έχουμε ακούσει, είπε ο Έομερ, κανείς τώρα στη γη των ζωντανών δεω ξέρει το σκοπό του.
— Πολύ αλλαγμένος μου φάνηκε από τότε που τοω είχα δετ για πρώτη φορά στο σπίτι του βασιλιά, είπε η Έογουιν: πιο αγριωπός, γερασμένος. Σημαδεμένος μου φάνηκε, σαω κάποτος που οι Νεκροί καλούν.
— Ίσως να τον κάλεσαν, είπε ο Θέοντεν· και μέσα μου νιώθω πως δε θα τον δω ξανά. Όμως, είναι άντρας σαν βασιλιάς, με μοίρα για μεγάλα πράγματα. Και παρηγορήσου μ’ αυτό, θυγατέρα, αφού φαίνεται να χρειάζεσαι παρηγοριά στη λύπη σου γι’ αυτόν τον ξένο. Λένε πως όταν οι Εορλίγκας ήρθαν απ’ το Βοριά και πέρασαν τέλος το Χιονόρεμα, αωαζητώντας οχυρά καταφύγια για ώρες δύσκολες, ο Μπρέγκο και ογιος του ο Μπάλντορ ανέβηκαν τη Σκάλα τοι Καταφυγίου κι έφτασαν μπροστά στην Πόρτα. Στο κατώφλι καθόταν ένας γέρος, άνθρωπος, πόσο γέρος δεν μπορούσε να μαντέψει καωείς· κάποτε, ήταν ψηλός με βασιλική κορμοστασιά, τώρα όμως ήταν αποστεωμένος σαν γέρικος βράχος. Και μάλιστα για πέτρα τον είχαν πάρει, γιατί δεν κουνιόταν και δεν έλεγε λέξη, ώσπου δοκίμασαν να τον περάσουν και να μπουν. Και τότε μια φωνή βγήκε από μεσα του, λες κι ερχόιαν μέσα από τη γη, και για μεγάλη τους έκπληξη μίλησε στη γλώσσα που μιλούσαν στη δυδη: Ο δρόμος είναι κλειστός.
»Τότε σταμάτησαν και τον κοίταξαν και είδαν πως ήταν ακόμη ζωντανός· αλλά δεν τους κοίταζε. Ο δρόμος είναι κλειστός, είπε ξανα η φωνή. Τον έφτιαξαν εκείνοι που είναι Νεκροί, και οι Νεκροί τον κρατούν, ώσπου να έρθει η ώρα. Ο δρόμος είναι κλειστός.
»Και πότε θα έρθει αυτή η ώρα; είπε ο Μπάλντορ. Αλλά δεν κήρε ποτέ απάντηση. Γιατί ο γέρπντας πέθανε εκείνη την ώρα κι έπεσε με το πρόσωπο καταγής· και καμιά άλλη πληροφορία για τους αρχαίους κατοίκους των βουνών δεν έχει μάθει ο λαός μας. Όμως, μπορεί επιτέλους η ώρα της προφητείας να έχει φτάσει και ο Άραγκορν να μπορέσει να περάσει.
— Αλλά πώς μπορεί καωείς να ανακαλύψει αν έχει έρθει εκείνη η ώρα ή όχι, αν δεν τολμήσει να περάσει την Πόρτα; είπε ο Έομερ. Και αυτόν το δρόμο εγώ δε θα τοω έπαιρνα ακόμα κι αν όλες οι στρατιές της Μόρντορ βρίσκονταν μπροστά μου κι εγώ ήμουν μονάχος δίχως άλλο καταφύγιο. Αλίμονο που τέτοια θανατερή διάθεση σημάδεψε έναν τόσο λεοντόκαρδο άνθρωπο σ’ αυτή την κρίσιμη ώρα! Δεν θπάρχουν αρκετά επικίνδυνα πράγματα πάνω στη γη χωρίς να τα ψάχνουμε κάτω απ’ αυτήν; Ο πόλεμος έφτασε.
Σταμάτησε, και για μια στιγμή ακούστηκε θόρυβος απέξω, η φωνή ενός άντρα να φωνάζει το όνομα του Θέοντεν και το «αλτ!» του φρουρού.
Σε λίγο ο αρχηγός της Φρουράς παραμέρισε την κουρτίνα.
– Ένας άντρας είναι εδώ, άρχοντα, είπε, αγγελιαφόρος της Γκόντορ. Επιθυμεί να παρουσιαστεί μπροστά σου αμέσως.
– Να περάσει! είπε ο Θέοντεν.
Ένας ψηλός άντρας μπήκε και ο Μέρι έπνιξε ένα ξεφωνητό· για μια στιγμή του φάνηκε πως ο Μπορομίρ ήταν πάλι ζωντανός και είχε επιστρέψει. Ύστερα είδε πως δεν ήταν έτσι· ο άντρας ήταν άγνωστος, όμως τόσο όμοιος με τον Μπορομίρ, λες και ήταν συγγενής του, ψηλός, γκριζομάτης και περήφανος. Ήταν ντυμένος σαν ιππέας, με σκούρο πράσινο μανδύα πάνω από έναν καλοδουλεμένο αλυσιδωτό θώρακα· στο μπροστινό μέρος του κράνους του ήταν σκαλισμένο ένα μικρό ασημένιο αστέρι. Στο χέρι του κρατούσε ένα βέλος μαυρόφτερο και με μύτη ατσάλινη, που η άκρη της ήταν βαμμένη κόκκινη.
Γονάτισε στο ένα πόδι και παρουσίασε το βέλος στο Θέοντεν.
– Χαίρε, Άρχοντα των Ροχίριμ, φίλε της Γκόντορ! είπε. Είμαι ο Χίργκον, αγγελιαφόρος του Ντένεθορ, και σου φέρνω αυτό το σύμβολο του πολέμου. Η Γκόντορ βρίσκεται σε μεγάλη ανάγκη. Οι Ροχίριμ μας έχουν συχνά βοηθήσει, αλλά τώρα ο Άρχοντας Ντένεθορ ζητά όλες σου τις δυνάμεις το γρηγορότερο δυνατό, για να μην πέσει τέλος η Γκόντορ.
– Το Κόκκινο Βέλος! είπε ο Θέοντεν, παίρνοντάς το, σαν κάποιος που λαβαίνει μια πρόσκληση που περίμενε καιρό, που όμως είναι τρομερή όταν έρθει — το χέρι του τρεμούλιασε. Το Κόκκινο Βέλος δεν το έχουμε δει στο Μαρκ σε όλα μου τα χρόνια! Φτάσαμε στ’ αλήθεια ως εδώ; Και πόση υπολογίζει ο Άρχοντας Ντένεθορ πως είναι όλη μου η δύναμη και η ταχύτητα;