Τον ξύπνησε ένας άντρας κουνώντας τον.
– Ξύπνα, ξύπνα, κύριε Χόμπιτλα! φώναξε.
Και, τέλος, ο Μέρι βγήκε απ’ τα βαθιά όνειρά του κι ανακάθισε μ’ ένα τίναγμα. «Όλα ακόμη είναι σκοτεινά», συλλογίστηκε.
– Τι συμβαίνει; ρώτησε.
– Ο βασιλιάς σε φωνάζει.
– Μα ο Ήλιος δεν έχει βγει ακόμη, είπε ο Μέρι.
– Όχι, κι ούτε θα βγει σήμερα, κύριε Χόμπιτλα. Ούτε ποτέ πια, θα ’λεγε κανείς μέσα απ’ αυτό το σύννεφο. Η ώρα όμως δε σταματά, ακόμα κι αν χαθεί ο Ήλιος. Βιάσου!
Φορώντας στα γρήγορα μερικά ρούχα, ο Μέρι κοίταξε έξω. Ο κόσμος ήταν σκοτεινός. Ο ίδιος ο αέρας έμοιαζε καφετής κι όλα τα πράγματα γύρω ήταν μαύρα και γκρίζα και δίχως σκιά· επικρατούσε μεγάλη ακινησία. Δε φαινόταν το σχήμα κανενός σύννεφου, εκτός από πέρα μακριά δυτικά, όπου τα ψαχουλευτά δάχτυλα της μεγάλης σκοτεινιάς εξακολουθούσαν να σέρνονται και λιγοστό φως ξέφευγε ανάμεσά τους. Από πάνω κρεμόταν μια βαριά σκεπή, σκοτεινή και απροσδιόριστη, και το φως φαινόταν μάλλον να λιγοστεύει παρά να αυξάνει. Ο Μέρι είδε πολλούς να στέκονται, να κοιτούν ψηλά και να μουρμουρίζουν τα πρόσωπα όλων ήταν γκρίζα και λυπημένα και μερικοί ήταν φοβισμένοι. Με βαριά καρδιά πήγε στο βασιλιά. Ο Χίργκον, ο ιππέας της Γκόντορ, βρισκόταν εκεί μπροστά του και πλάι του τώρα στεκόταν ένας άλλος άντρας, σαν κι αυτόν και ντυμένος όμοια, αλλά κοντύτερος και πιο φαρδύς. Την ώρα που μπήκε ο Μέρι μιλούσε στο βασιλιά.
– Έρχεται από τη Μόρντορ, άρχοντα, είπε. Άρχισε χθες βράδυ με το ηλιοβασίλεμα. Από τους λόφους στο Ίστφολντ της επικράτειάς σου το είδα να σηκώνεται και ν’ απλώνεται στον ουρανό και όλη τη νύχτα, καθώς κάλπαζα, ερχόταν πίσω μου εξαφανίζοντας τα αστέρια. Τώρα το τεράστιο σύννεφο σκεπάζει τα πάντα από δω ως τα Βουνά της Σκιάς· κι όλο και πυκνώνει. Ο πόλεμος έχει ήδη αρχίσει.
Για λίγο ο βασιλιάς κάθισε σιωπηλός. Τέλος, μίλησε:
– Έτσι φτάσαμε τέλος και σ’ αυτόν, είπε, η μεγάλη μάχη των καιρών μας, κατά την οποία πολλά πράγματα θα χαθούν. Αλλά τουλάχιστο δεν υπάρχει ανάγκη πια να κρυβόμαστε. Θα ξεκινήσουμε αμέσως απ’ τον ανοιχτό δρόμο με όλη μας την ταχύτητα. Η στρατολογία θα αρχίσει αμέσως και δε θα περιμένουμε κανέναν αργοπορημένο. Έχετε αποθέματα τροφίμων στη Μίνας Τίριθ; Γιατί, αν πρέπει να ξεκινήσουμε τώρα βιαστικά, πρέπει να προχωρήσουμε ελαφρά, με τροφή και νερό αρκετό για να φτάσουμε στη μάχη.
– Έχουμε μεγάλα αποθέματα, έτοιμα από καιρό, απάντησε ο Χίργκον. Ξεκινήστε τώρα όσο ελαφρά και γρήγορα μπορείτε!
– Τότε, φώναξε τους κήρυκες, Έομερ, είπε ο Θέοντεν. Να συγκεντρωθούν οι Καβαλάρηδες!
Ο Έομερ βγήκε έξω και σε λίγο οι τρομπέτες αντήχησαν στο Οχυρό και πήραν απάντηση από πολλές άλλες κάτω· αλλά οι φωνές τους δεν αντηχούσαν πια καθαρές και γενναίες, όπως είχαν φανεί του Μέρι το προηγούμενο βράδυ. Μουντές του φάνηκαν και στριγκές στη βαριά ατμόσφαιρα, να γκαρίζουν δυσοίωνα.
Ο βασιλιάς στράφηκε στο Μέρι.
– Πηγαίνω στον πόλεμο, μαστρο-Μέριαντοκ, είπε. Σε λίγο θα πάρω το δρόμο. Σε απαλλάσσω από την υπηρεσία μου, όχι όμως κι απ’ τη φιλία μου. Εσύ θα μείνεις εδώ και, αν θέλεις, θα υπηρετείς την Αρχόντισσα Έογουιν, που θα κυβερνά το λαό στη θέση μου.
– Μα, μα, άρχοντα, κόμπιασε ο Μέρι. Σου πρόσφερα το σπαθί μου, δε θέλω να σε αποχωριστώ έτσι, Βασιλιά Θέοντεν. Κι αφού όλοι μου οι φίλοι έχουν πάει στη μάχη, είναι ντροπή να μείνω πίσω.
– Μα εμείς θα πάμε με άλογα ψηλά και γρήγορα, είπε ο Θέοντεν, και μόλο που η καρδιά σου είναι μεγάλη, δεν μπορείς να καβαλήσεις τέτοια ζώα.
– Τότε δέσε με στην πλάτη ενός ή άφησέ με να κρεμαστώ στους αναβατήρες ή κάτι τέλος πάντων, είπε ο Μέρι. Είναι πολύς δρόμος για να τον πάω τρέχοντας· αλλά θα τρέξω, αν δεν μπορώ να ιππεύσω, ακόμα κι αν λιώσουν τα πόδια μου κι αν φτάσω εβδομάδες καθυστερημένος.
Ο Θέοντεν χαμογέλασε.
– Αντί γι’ αυτό θα σ’ έπαιρνα μαζί μου στον Ασπροχαίτη, είπε. Αλλά τουλάχιστο θα έρθεις μαζί μου στο Έντορας να δεις το Μέντουσελντ· γιατί εκεί θα πάω. Ο Στίμπα μπορεί να σε φέρει ως εκεί: η μεγάλη τρεχάλα δε θ’ αρχίσει παρά μόνο όταν φτάσουμε τους κάμπους.
Τότε η Έογουιν σηκώθηκε.
– Έλα, τώρα, Μέριαντοκ! είπε. Θα σου δείξω τον εξοπλισμό που σου έχω ετοιμάσει. (Βγήκαν έξω μαζί.) Μόνο αυτό μου ζήτησε ο Άραγκορν, είπε η Έογουιν, καθώς προχωρούσαν ανάμεσα στα αντίσκηνα, να σε εξοπλίσω για μάχη. Και το έχω κάνει, όπως μπορούσα. Γιατί κάτι μου λέει πως θα χρειαστείς τέτοιον εξοπλισμό πριν το τέλος.
Τώρα οδήγησε το Μέρι σ’ ένα παράπηγμα ανάμεσα στα καταλύματα της φρουράς του βασιλιά· κι εκεί ο υπεύθυνος για τη φύλαξη των όπλων της έφερε ένα μικρό κράνος, μια στρογγυλή ασπίδα και διάφορα άλλα.