Выбрать главу

– Σε δέχτηκα για τη δική σου ασφάλεια, απάντησε ο Θέοντεν κι επίσης για να κάνεις ό,τι σου πω. Κανείς απ’ τους Καβαλάρηδες μου δεν μπορεί να σε κουβαλήσει. Αν η μάχη ήταν μπροστά στις δικές μου πύλες, ίσως τα κατορθώματά σου να τα θυμόταν οι τροβαδούροι· αλλά είναι εκατόν δύο λεύγες ως το Μούντμπουργκ που είναι άρχοντας ο Ντένεθορ. Δε θα πω τίποτ’ άλλο.

Ο Μέρι υποκλίθηκε κι έφυγε λυπημένα και κοίταζε τις σειρές των καβαλαραίων. Ήδη οι λόχοι ετοιμάζονταν να ξεκινήσουν: οι άντρες έσφιγγαν τα λουριά της κοιλιάς, έκαναν έλεγχο στις σέλες, χάιδευαν τ’ άλογά τους· μερικοί κοιτούσαν ανήσυχα το χαμηλωμένο ουρανό Χωρίς να τον προσέξει ένας Καβαλάρης πλησίασε και μίλησε σιγανά στο αυτί του χόμπιτ.

– Όπου δε λείπει η θέληση, ανοίγει δρόμος, έτσι λέμε, ψιθύρισε· κι αυτό το ανακάλυψα κι εγώ. (Ο Μέρι κοίταξε πάνω και είδε πως ήταν ο νεαρός Καβαλάρης που είχε προσέξει το πρωί.) Θέλεις να πας εκεί που πηγαίνει ο Άρχοντας του Μαρκ: το βλέπω στο πρόσωπό σου.

– Θέλω, είπε ο Μέρι.

– Τότε θά ’ρθεις μαζί μου, είπε ο Καβαλάρης. Θα σε πάρω μπροστά μου, κάτω από το μανδύα μου, ώσπου να βρεθούμε μακριά και αυτή η σκοτεινιά να γίνει σκοτεινότερη. Τέτοια καλή διάθεση δεν πρέπει να μένει πίσω. Μη λες τίποτα σε κανέναν, αλλά έλα!

― Πολύ σ’ ευχαριστώ! είπε ο Μέρι. Σ’ ευχαριστώ, κύριε, αν και δεν ξέρω τ’ όνομά σου.

– Δεν το ξέρεις; είπε ο Καβαλάρης σιγανά. Τότε λέγε με Ντέρνχελμ.

Κι έτσι, όταν ο Βασιλιάς ξεκίνησε, μπροστά στον Ντέρνχελμ καθόταν ο Μέριαντικ ο χόμπιτ, και το μεγάλο γκρίζο άτι ο Γουϊντφόλα ούτε που ενοχλήθηκε από το βάρος· γιατί ο Ντέρνχελμ ζύγιζε λιγότερο από πολλούς άλλους άντρες, αν και ήταν ευκίνητος και γεροδεμένος.

Συνέχισαν να προχωρούν στη σκιά. Στις συστάδες με τις ιτιές, εκεί που το Χιονόρεμα χυνόταν στον Έντγουός, δώδεκα λεύγες ανατολικά του Έντορας, στρατοπέδευσαν εκείνο το βράδυ. Και ύστερα συνέχισαν διασχίζοντας το Φολντ· και πέρασαν τα Βαλτοσύνορα, όπου στα δεξιά τους μεγάλα δρύινα δάση ανηφόριζαν τους πρόποδες των λόφων κάτω από τη σκιά του σκοτεινού Χαλιφίριεν στα βόρεια σύνορα της Γκόντορ· αλλά μακριά στ’ αριστερά τους οι ομίχλες απλώνονταν στους βάλτους που τους τροφοδοτούσαν οι εκβολές του Έντγουός. Και καθώς προχωρούσαν, τους έφταναν φήμες από τον πόλεμο στο Βοριά. Μεμονωμένοι άνθρωποι, που κάλπαζαν στα τυφλά, έφερναν πληροφορίες για εχθρούς που είχαν επιτεθεί στ’ ανατολικά τους σύνορα και για στρατιές ορκ που είχαν μπει στον Κάμπο του Ρόαν.

– Προχωρείτε! Προχωρείτε! φώναξε ο Έομερ. Είναι πολύ αργά τώρα να αλλάξουμε πορεία. Τα βαλτοτόπια του Έντγουός πρέπει να φυλάξουν τα πλευρά μας. Τώρα χρειαζόμαστε ταχύτητα. Προχωρείτε!

Κι έτσι ο Βασιλιάς Θέοντεν άφησε την επικράτειά του και μίλι με το μίλι ο μακρύς δρόμος προχωρούσε στριφογυρίζοντας και παρήλασαν οι λόφοι με τις συνθηματικές φωτιές: Κάλενχαντ, Μιν-Ρίμον, Ερέλας, Νάρντολ. Οι φωτιές τους όμως ήταν σβηστές. Όλοι οι τόποι ήταν γκρίζοι και ακίνητοι· και συνεχώς η σκιά πύκνωνε μπροστά τους και οι ελπίδες λιγόστευαν σε κάθε καρδιά.

IV

Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΗΣ ΓΚΟΝΤΟΡ

Ο Γκάνταλφ ξύπνησε τον Πίπιν. Είχε αναμμένα κεριά στο δωμάτιό τους, αλλά μόνο ένα θαμπό μισόφωτο ερχόταν από τα παράθυρα· η ατμόσφαιρα ήταν βαριά λες και πλησίαζε καταιγίδα.

– Τι ώρα είναι; είπε ο Πίπιν και χασμουρήθηκε.

– Περασμένες δύο, είπε ο Γκάνταλφ. Ώρα να σηκωθείς και να φτιαχτείς. Σε καλούν να παρουσιαστείς στον Αρχοντα της Πόλεως και να μάθεις τα καινούρια σου καθήκοντα.

– Και θα μου δώσει πρωινό;

– Όχι! Εγώ θα σου το δώσω: όλο όσο θα έχεις ως το μεσημέρι. Τα τρόφιμα τώρα μοιράζονται με διαταγή.

Ο Πίπιν κοίταξε θλιμμένα το μικρό καρβέλι και – έτσι νόμισε – το μικρούτσικο κομμάτι βούτυρο που ήταν σερβιρισμένα μπροστά του, πλάι από ένα φλιτζάνι αραιό γάλα.

– Γιατί με έφερες εδώ; είπε.

– Ξέρεις πολύ καλά, είπε ο Γκάνταλφ. Για να σε κρατήσω μακριά απ’ τις παλιοδουλειές που σκαρώνεις· και αν δε σου αρέσει να είσαι εδώ, θυμήσου πως μόνος σου το προκάλεσες.

Ο Πίπιν δεν είπε τίποτε άλλο.

Πριν περάσει πολλή ώρα βάδιζε με τον Γκάνταλφ γι’ άλλη μια φορά τον παγωμένο διάδρομο ως την πόρτα της Αίθουσας του Φρουρίου. Εκεί ο Ντένεθορ καθόταν στην γκρίζα σκοτεινιά, σαν γέρικη υπομονετική αράχνη, σκέφτηκε ο Πίπιν έμοιαζε λες και δεν είχε κουνηθεί από την προηγούμενη μέρα. Έκανε νόημα στον Γκάνταλφ να καθίσει, αλλά τον Πίπιν τον άφησε για λίγο να στέκεται δίχως να του δίνει σημασία. Σε λίγο ο γέροντας στράφηκε προς το μέρος του:

– Λοιπόν, μαστρο-Πέρεγκριν, ελπίζω να χρησιμοποίησες τη χθεσινή μέρα προς όφελός σου και όπως σου άρεσε; Αν και φοβάμαι πως το τραπέζι είναι φτωχότερο σ’ αυτή την πόλη απ’ ό,τι θα ήθελες.