Ο Πίπιν είχε το δυσάρεστο συναίσθημα πως τα περισσότερα απ’ όσα είχε πει ή κάνει είχαν κάπως γίνει γνωστά στον Άρχοντα της Πόλεως και ακόμα μάντευε και τι σκεπτόταν.
– Τι θέλεις να κάνεις στην υπηρεσία μου;
– Νόμιζα, κύριε, πως εσείς θα μου λέγατε τα καθήκοντά μου.
– Θα σου τα πω, όταν μάθω για τι είσαι κατάλληλος, είπε ο Ντένεθορ. Αυτό όμως θα το μάθω γρηγορότερα, ίσως, αν σε κρατήσω κοντά μου. Ο θαλαμηπόλος μου ζήτησε άδεια να πάει στην εξωτερική φρουρά, επομένως πάρε εσύ τη θέση του για λίγο. Θα με υπηρετείς, θα κάνεις θελήματα και θα μου κουβεντιάζεις, αν ο πόλεμος και τα συμβούλια μου αφήνουν καθόλου ελεύθερο χρόνο. Μπορείς να τραγουδάς;
– Ναι, είπε ο Πίπιν. Δηλαδή, ναι, αρκετά καλά για το λαό μου. Αλλά δεν έχουμε τραγούδια κατάλληλα για μεγάλα παλάτια και καιρούς πονηρούς, άρχοντα. Και σπάνια τραγουδούμε για τίποτα πιο φοβερό απ’ τον αέρα ή τη βροχή. Και τα περισσότερα τραγούδια μας είναι για πράγματα που μας κάνουν και γελάμε’ ή για φαΐ ή πιοτό, φυσικά.
– Και γιατί τέτοια τραγούδια να είναι ακατάλληλα για τα παλάτια μου ή για τέτοιες ώρες; Εμείς που έχουμε ζήσει πολύν καιρό κάτω απ’ τη Σκιά δεν μπορούμε ν’ ακούσουμε αντίλαλους από μια χώρα που δεν την απειλεί; Τότε μπορεί να νιώσουμε πως η επαγρύπνησή μας δεν ήταν άκαρπη, αν και άχαρη.
Η καρδιά του Πίπιν βάρυνε. Δεν του άρεσε η ιδέα να τραγουδήσει κάποιο τραγούδι του Σάιρ στον Άρχοντα της Μίνας Τίριθ και οπωσδήποτε όχι τα κωμικά που τα ήξερε και καλύτερα· και ήταν και, να, χωριάτικα για τέτοια περίπτωση. Προς το παρόν πάντως γλίτωσε τη δοκιμασία. Δεν πήρε διαταγή να τραγουδήσει. Ο Ντένεθορ στράφηκε στον Γκάνταλφ, κάνοντας ερωτήσεις για τους Ροχίριμ και την πολιτική τους και τη θέση του Έομερ, του ανιψιού του βασιλιά. Ο Πίπιν θαύμασε τα πράγματα που ο Άρχοντας φαινόταν να ξέρει για ένα λαό που ζούσε μακριά, μόλο που θα ’πρεπε, σκέφτηκε, να είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε που ο Ντένεθορ θα είχε ταξιδέψει έξω.
Σε λίγο ο Ντένεθορ έκανε νόημα στον Πίπιν και του είπε να φύγει για λίγο πάλι.
– Πήγαινε στην οπλαποθήκη του Φρουρίου, είπε, και παράλαβε τη στολή και τον οπλισμό της φρουράς του Πύργου. Θα είναι έτοιμα. Τα παρήγγειλα χθες. Να επιστρέψεις, όταν θα έχεις ντυθεί!
Έτσι ακριβώς ήταν και ο Πίπιν πολύ σύντομα βρέθηκε να ’ναι ντυμένος με παράξενα ρούχα, όλα μαύρα κι ασημιά. Είχε ένα μικρό αλυσιδωτό πουκάμισο, με κρίκους από δουλεμένο ατσάλι, ίσως, όμως κατάμαυρους· και ένα ψηλό κράνος με μικρά κορακόφτερα δεξιά κι αριστερά, με ένα ασημένιο αστέρι ένθετο στο κέντρο. Πάνω από το θώρακα φόρεσε ένα κοντό μαύρο γιλέκο με κεντημένο στο στήθος ασημένιο το σύμβολο του Δέντρου. Τα παλιά του ρούχα του τα δίπλωσαν και τα φύλαξαν, αλλά του επέτρεψαν να κρατήσει τον γκρίζο μανδύα του Λόριεν, όμως να μην τον φοράει την ώρα της υπηρεσίας. Έμοιαζε τώρα, αν και δεν το ήξερε, πραγματικά Ernil i Pheriannath, πρίγκιπας των Μικρούληδων, όπως τον έλεγε ο κόσμος· αυτός όμως δεν ένιωθε άνετα. Και η σκοτεινιά άρχισε να επηρεάζει τη διάθεσή του...
Όλη την ημέρα ήταν σκοτεινά και θαμπά. Από την ανήλιαγη αυγή ως το βράδυ η βαριά σκιά πύκνωνε και όλες οι καρδιές στην Πόλη ένιωθαν πλακωμένες. Πάνω ψηλά ένα μεγάλο σύννεφο ταξίδευε αργά δυτικά από τη Μαύρη Χώρα, καταβροχθίζοντας το φως, προχωρώντας μ’ έναν άνεμο πολέμου· από κάτω όμως ο αέρας ήταν ακίνητος και πνιγηρός, λες και όλη η Κοιλάδα του Άντουιν να περίμενε το ξέσπασμα φοβερής καταιγίδας.
Γύρω στις έντεκα, απαλλαγμένος τέλος για λίγο απ’ τα καθήκοντα του, ο Πίπιν βγήκε έξω αναζητώντας τροφή και πιοτό για να ζεστάνει τη βαριά του καρδιά και να κάνει την αναμονή του πιο υποφερτή. Στις τραπεζαρίες συνάντησε πάλι τον Μπέρεγκοντ, που μόλις είχε έρθει από μια δουλειά στο Πέλενορ, πέρα στους Πύργους της Φρουράς στον Υπερυψωμένο δρόμο. Βγήκαν μαζί στα τείχη· γιατί ο Πίπιν ένιωθε σαν φυλακισμένος μέσα και να πνίγεται ακόμα και στο πανύψηλο φρούριο. Τώρα κάθισαν πάλι πλάι πλάι στην πολεμίστρα, βλέποντας ανατολικά, εκεί που είχαν φάει και είχαν κουβεντιάσει την προηγούμενη μέρα.
Ήταν η ώρα του ηλιοβασιλέματος, αλλά το μεγάλο σύννεφο είχε τώρα απλωθεί μακριά στη Δύση, και μόνο καθώς έπεφτε τέλος στη θάλασσα μπόρεσε να ξεφύγει ο Ήλιος και να στείλει μια σύντομη αποχαιρετιστήρια ακτίνα πριν νυχτώσει, έτσι όπως την είδε ο Φρόντο στο Σταυροδρόμι να αγγίζει το κεφάλι του πεσμένου βασιλιά. Αλλά στα χωράφια του Πέλενορ, κάτω από τη σκιά του Μιντολούιν, δεν έφτασε ακτίνα: αυτά ήταν καφετιά και θλιβερά.
Στον Πίπιν φαινόταν κιόλας λες κι είχαν περάσει χρόνια από τότε που είχε καθίσει εκεί προηγουμένως, κάποια μισοξεχασμένη ώρα, όταν ήταν ακόμα χόμπιτ, ένας χαρούμενος ταξιδευτής που ελάχιστα τον άγγιζαν οι μεγάλοι κίνδυνοι που περνούσε. Τώρα ήταν ένας μικρός στρατιώτης σε μια πόλη που ετοιμαζόταν να δεχτεί μεγάλη επίθεση, ντυμένος με την υπερήφανη αλλά πένθιμη στολή του Πύργου της Φρουράς.