Αν ο τόπος και τα πράγματα ήταν διαφορετικά, ο Πίπιν μπορεί να ήταν ευχαριστημένος μ’ αυτή την καινούρια του στολή, αλλά τώρα ήξερε πως δεν έπαιρνε μέρος σε κανένα παιγνίδι· ήταν για τα καλά ο υπηρέτης ενός αυστηρού κυρίου στο μεγαλύτερο θανάσιμο κίνδυνο. Το αλυσιδωτό πουκάμισο ήταν βαρύ και το κράνος τού βάραινε το κεφάλι. Το μανδύα του τον είχε ρίξει πλάι του στο παγκάκι. Έστρεψε το κουρασμένο του βλέμμα μακριά απ’ τα σκοτεινιασμένα χωράφια κάτω και χασμουρήθηκε και ύστερα αναστέναξε.
– Σε κούρασε αυτή η μέρα; είπε ο Μπέρεγκοντ.
– Ναι, είπε ο Πίπιν, πολύ: κουράστηκα από την απραξία και την αναμονή. Ξεροστάλιασα στην πόρτα των ιδιαιτέρων διαμερισμάτων του κυρίου μου για ατέλειωτες ώρες, ενώ αυτός έκανε συμβούλιο με τον Γκάνταλφ και τον Πρίγκιπα και άλλα εξέχοντα πρόσωπα. Και δεν έχω συνηθίσει, κύριε Μπέρεγκοντ, να εξυπηρετώ άλλους πεινασμένος, ενώ εκείνοι τρώνε. Αυτό είναι σκληρή δοκιμασία για ένα χόμπιτ. Χωρίς αμφιβολία θα σκέπτεσαι πως θα έπρεπε να νιώθω την τιμή περισσότερο. Αλλά και τι βγαίνει από τέτοια τιμή; Κι εδώ που τα λέμε, τι βγαίνει ακόμα και από το φαγητό και το ποτό κάτω από αυτή τη σκιά που όλο και προχωράει; Τι σημαίνει; Ο ίδιος ο αέρας φαίνεται πηχτός και καφετής! Έχετε συχνά τέτοιες θολούρες, όταν έρχεται ο αέρας απ’ την Ανατολή;
– Όχι, είπε ο Μπέρεγκοντ, αυτός δεν είναι φυσιολογικός καιρός. Αυτό είναι κάποια επινόηση της κακίας του· κάποιες καυτές αναθυμιάσεις απ’ το Βουνό της Φωτιάς που μας το στέλνει για να μαυρίσει τις καρδιές και τη σκέψη μας. Και το καταφέρνει. Μακάρι να γύριζε ο άρχοντας Φαραμίρ. Αυτός δε θα απελπιζόταν. Αλλά τώρα, ποιος ξέρει αν θα ξαναγυρίσει περνώντας το Ποτάμι μέσ’ απ’ τη Σκοτεινιά;
– Ναι, είπε ο Πίπιν, κι ο Γκάνταλφ είναι ανήσυχος. Απογοητεύτηκε, νομίζω, που δε βρήκε το Φαραμίρ εδώ. Και πού έχει πάει τώρα κι αυτός; Έφυγε από το συμβούλιο του Αρχοντα πριν το μεσημεριανό γεύμα, και δεν είχε καθόλου τα κέφια του, μου φάνηκε. Μπορεί και να έχει κάποιο κακό προαίσθημα.
Ξαφνικά, καθώς κουβέντιαζαν, τους κόπηκε η φωνή, πάγωσαν λες και ήταν πέτρες που άκουγαν. Ο Πίπιν μαζεύτηκε κάτω με τα χέρια κολλημένα στ’ αυτιά του’ αλλά ο Μπέρεγκοντ, που ήταν σκυμμένος πάνω στην έπαλξη καθώς μιλούσε για το Φαραμίρ, έμεινε εκεί, κοκαλωμένος, να κοιτάζει πέρα με μάτια γουρλωμένα. Ο Πίπιν την ήξερε την ανατριχιαστική κραυγή που άκουσε: ήταν η ίδια που είχε ακούσει παλιά στο Βάλτο του Σάιρ, αλλά τώρα η δύναμη και η κακία της είχαν μεγαλώσει, τρυπώντας την καρδιά με δηλητηριασμένη απελπισία.
Τέλος ο Μπέρεγκοντ μίλησε με δυσκολία.
– Ήρθαν! είπε. Πάρε θάρρος και κοίτα! Υπάρχουν φοβερά πράγματα κάτω.
Απρόθυμα ο Πίπιν σκαρφάλωσε στο παγκάκι και κοίταξε πάνω από το τείχος. Το Πέλενορ απλωνόταν θαμπό κάτω κι έσβηνε μακριά στη, μόλις που μαντευόταν, γραμμή του Μεγάλου Ποταμού. Αλλά τώρα στριφογυρίζοντας γοργά, σαν ίσκιοι πρόωρης νύχτας, είδε στον αέρα πιο χαμηλά πέντε μορφές σαν πουλιά, απαίσιες σαν γυπαετοί, μεγαλύτερες όμως από αετοί, ανελέητες σαν το θάνατο. Τώρα βούτηξαν κοντά, τολμώντας να πλησιάσουν σχεδόν σε απόσταση βολής από τα τείχη και τώρα έκαναν κύκλο και απομακρύνθηκαν.
– Μαύροι Καβαλάρηδες! μουρμούρισε ο Πίπιν. Μαύροι Καβαλάρηδες στον αέρα. Μα κοίτα, Μπέρεγκοντ! φώναξε. Κάτι γυρεύουν, σίγουρα; Κοίταξε πώς κάνουν κύκλο και ορμούν, πάντα κάτω σ’ εκείνο το σημείο εκεί πέρα! Και μπορείς να δεις κάτι να κουνιέται στη γη; Κάτι μαύρα πραγματάκια. Ναι, άντρες πάνω σ’ άλογα: τέσσερις ή πέντε. Αχ! Δεν αντέχω! Γκάνταλφ! Γκάνταλφ, σώσε μας!
Ένα άλλο μακρόσυρτο ουρλιαχτό δυνάμωσε και έσβησε κι ο Πίπιν πήδηξε πίσω, κάτω απ’ το τείχος, λαχανιάζοντας σαν κυνηγημένο ζώο. Αμυδρά και φαινομενικά απόμακρα ταυτόχρονα με το ανατριχιαστικό ουρλιαχτό άκουσε ν’ ανεβαίνει από κάτω το σάλπισμα μιας τρομπέτας που τέλειωσε σε μια μακρόσυρτη ψιλή νότα.
– Φαραμίρ! Ο Άρχοντας Φαραμίρ! Το κάλεσμά του! φώναξε ο Μπέρεγκοντ. Γενναία καρδιά! Αλλά πώς θα φτάσει στην Πύλη, αν αυτά τα βρομερά κοράκια της κόλασης έχουν κι άλλα όπλα εκτός από το φόβο; Αλλά, κοίτα! Κρατούν. Θα τα καταφέρουν ως την Πύλη. Όχι! τα άλογα αφηνίασαν. Κοίτα! έριξαν χάμω τους άντρες· τρέχουν πεζή. Όχι, ένας ιππεύει ακόμα, αλλά γυρίζει πίσω στους άλλους. Αυτός θα ’ναι ο Καπετάνιος: μπορεί να καταφέρει και τα ζώα και τους ανθρώπους. Αχ! ένα απ’ αυτά τα βρομερά πλάσματα του ορμάει. Βοήθεια! βοήθεια! Δεν πάει κανείς; Φαραμίρ!