Μ’ αυτά τα λόγια ο Μπέρεγκοντ τινάχτηκε κι όρμησε στη σκοτεινιά. Ντροπιασμένος για τον τρόμο του, ενώ ο Μπέρεγκοντ της Φρουράς σκέφτηκε πρώτα τον καπετάνιο που αγαπούσε, ο Πίπιν σηκώθηκε και κοίταξε πέρα. Εκείνη τη στιγμή έπιασε το μάτι του μια αστραπή άσπρη κι ασημένια να κατεβαίνει απ’ το Βοριά, σαν ένα μικρό άστρο στα σκονισμένα χωράφια. Προχωρούσε με την ταχύτητα βέλους και μεγάλωνε όπως ερχόταν, πλησιάζοντας γρήγορα τους τέσσερις άντρες που έτρεχαν κατά την Πύλη. Του Πίπιν του φάνηκε πως ένα χλωμό φως απλωνόταν ολόγυρά του και οι πυκνές σκιές υποχωρούσαν μπροστά του· και τότε, καθώς πλησίαζε, του φάνηκε πως άκουσε σαν αντίλαλο στα τείχη μια μεγάλη φωνή να καλεί.
– Γκάνταλφ! φώναξε. Γκάνταλφ! Πάντοτε παρουσιάζεται όταν τα πράγματα είναι μαύρα. Προχώρα! Προχώρα, Λευκέ Καβαλάρη! Γκάνταλφ, Γκάνταλφ! ξεφώνισε ξέφρενα, σαν το θεατή σε κάποιον αγώνα δρόμου που φωνάζει σε κάποιον δρομέα που βρίσκεται μακριά πέρα από κάθε ενθάρρυνση.
Τώρα όμως οι μαύρες σκιές που εφορμούσαν πήραν είδηση το νεοφερμένο. Η μια έστριψε καταπάνω του· αλλά φάνηκε στον Πίπιν πως εκείνος σήκωσε το χέρι του και απ’ αυτό μια δέσμη άσπρο φως τρύπησε προς τα πάνω. Ο Νάζγκουλ έβγαλε μια μακρόσυρτη θρηνητική κραυγή και άλλαξε πορεία· και μ’ αυτό οι τέσσερις άλλοι δίστασαν και ύστερα ανυψώθηκαν με γρήγορους κύκλους κι απομακρύνθηκαν ανατολικά και χάθηκαν στο χαμηλωμένο σύννεφο από πάνω· και κάτω στο Πέλενορ φάνηκε για λίγο λιγότερο σκοτεινά.
Ο Πίπιν κοίταζε και είδε τον καβαλάρη και τον Άσπρο Καβαλάρη να ανταμώνουν και να σταματούν, περιμένοντας τους άλλους που έρχονταν με τα πόδια. Από την Πόλη τώρα άντρες έτρεχαν βιαστικά κοντά τους· και σε λίγο όλοι κρύφτηκαν κάτω από τα εξωτερικά τείχη κι ο Πίπιν κατάλαβε ότι έμπαιναν από την Πύλη. Μαντεύοντας πως θα έρχονταν αμέσως στον Πύργο και στον Επίτροπο, βιάστηκε να πάει στην είσοδο του κάστρου. Εκεί ήρθαν κι άλλοι πολλοί, που είχαν παρακολουθήσει τον αγώνα δρόμου και τη διάσωση από τα ψηλά τείχη.
Δεν πέρασε πολλή ώρα και ακούστηκε οχλοβοή στους δρόμους που έβγαζαν απάνω από τους εξωτερικούς κύκλους και ακούγονταν πολλές ζητωκραυγές και φωνές με τα ονόματα του Φαραμίρ και του Μιθραντίρ. Σε λίγο ο Πίπιν είδε δάδες και, ακολουθούμενοι από κόσμο πολύ, δύο καβαλάρηδες ήρθαν, προχωρώντας αργά: ο ένας ήταν λευκός, αλλά δεν έλαμπε πια, χλωμός στο λυκόφως λες και η φωτιά του να ήταν τελειωμένη ή κρυμμένη· ο άλλος ήταν μελαχρινός και το κεφάλι του ήταν σκυμμένο. Ξεπέζεψαν, και καθώς ιπποκόμοι πήραν τον Ίσκιο και το άλλο άλογο, προχώρησαν κατά το φρουρό στην πύλη: ο Γκάνταλφ σταθερά, με τον γκρίζο του μανδύα ριγμένο πίσω και μια φωτιά ακόμα να σιγοκαίει στα μάτια του· ο άλλος, ντυμένος στα ολοπράσινα, αργά, ταλαντευόμενος λιγάκι σαν κουρασμένος ή πληγωμένος.
Ο Πίπιν στριμώχτηκε και βγήκε μπροστά την ώρα που περνούσαν κάτω από τη λάμπα στην καμάρα της πύλης και όταν είδε το χλωμό πρόσωπο του Φαραμίρ του κόπηκε η ανάσα. Ήταν το πρόσωπο κάποιου που είχε δεχτεί την επίθεση μεγάλου φόβου ή αγωνίας, αλλά τα είχε υπερνικήσει και τώρα ήταν ήρεμος. Περήφανος και σοβαρός στάθηκε μια στιγμή και μίλησε στο φρουρό και ο Πίπιν κοιτάζοντάς τον είδε πόσο πολύ έμοιαζε στον αδερφό του τον Μπορομίρ – που ο Πίπιν είχε συμπαθήσει από την αρχή, θαυμάζοντας την αρχοντική, αλλά και καλοπροαίρετη συμπεριφορά του μεγάλου άντρα. Όμως, ξαφνικά, η καρδιά του συγκινήθηκε παράξενα για το Φαραμίρ. Μπροστά του βρισκόταν κάποιος με τον αέρα μεγάλης αρχοντιάς όμοιας με εκείνης που ο Άραγκορν κατά καιρούς άφηνε να φανεί, λιγότερο υψηλής ίσως, όμως λιγότερο απρόσιτης και δύσκολης: ένας από τους Βασιλιάδες των Ανθρώπων γεννημένος σε κατοπινή εποχή, αλλά με τη σοφία και τη θλίψη της Αρχαίας Φυλής. Τώρα κατάλαβε γιατί ο Μπέρεγκοντ έλεγε το όνομά του με αγάπη. Ήταν ένας αρχηγός που οι άντρες θα ακολουθούσαν, που ο ίδιος θα ακολουθούσε, ακόμα και κάτω από τη σκιά των μαύρων φτερών.
– Φαραμίρ! φώναξε δυνατά με τους άλλους. Φαραμίρ!
Και ο Φαραμίρ, ακούγοντας την παράξενη φωνή του ανάμεσα στην οχλοβοή των αντρών της Πόλεως, στράφηκε και τον κοίταξε απορημένος.
– Από πού έρχεσαι; είπε. Ένα ανθρωπάκι με τη στολή του Πύργου! Από πού...;
Αλλά με αυτά τα λόγια ο Γκάνταλφ ήρθε κοντά του και μίλησε.
– Ήρθε μαζί μου από τη χώρα των Μικρούληδων, είπε. Ήρθε μαζί μου. Αλλά ας μην καθυστερούμε εδώ. Έχουμε πολλά να πούμε και να κάνουμε και είσαι κατάκοπος. Θα έρθει μαζί μας. Πρέπει να έρθει, γιατί αν δεν είχε ξεχάσει τα καινούρια του καθήκοντα ευκολότερα από εμένα, πρέπει να παρουσιαστεί για υπηρεσία στον άρχοντά του εντός της ώρας. Έλα, Πίπιν, ακολούθησέ μας!
Έτσι, τέλος, έφτασαν στα ιδιαίτερα διαμερίσματα του Άρχοντα της Πόλεως. Εκεί είχε βαθιά καθίσματα γύρω από ένα μαγκάλι· έφεραν κρασί· κι εκεί ο Πίπιν, σχεδόν απαρατήρητος, στάθηκε πίσω από το κάθισμα του Ντένεθορ και λίγο ένιωθε την κούρασή του, τόσο αχόρταγα άκουγε όλα όσα έλεγαν.